Των Ελλήνων οι κοινότητες µέσα στην τουρκοκρατία…

Sharing is caring!



Η ελληνική κοινότητα είναι ένα ιστορικό μόρφωμα, το οποίο διαμορφώθηκε εξελικτικά στην πορεία του ελληνικού έθνους σε συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις και του οποίου η σημασία και ο ρόλος αναδείχτηκαν κυρίως κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και συγκροτήθηκε ως σύστημα εκπροσώπησης των τοπικών ελληνικών κοινωνιών, κατά κανόνα μέσω του θεσμού της Δημογεροντίας, η οποία εκλεγόταν άμεσα ή έμμεσα, εντούτοις η κοινότητα υπήρξε κατά τη χρονική εκείνη περίοδο το αποκλειστικό σε πολλές περιπτώσεις σημείο αναφοράς και συσπείρωσης του ελληνικού στοιχείου και εγγυήτρια της αυτόνομης λειτουργίας, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχηματισμού της αυτοκρατορίας Αυτό το οποίο ονομάζουμε ελληνική παράδοση ή ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό αποτελεί γέννημα της κοινοτικής ζωής, έτσι όπως διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Ειδικά για τον Έλληνα, η τοπική συνάφεια, η κοινότητα, η γειτονιά έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη γενετική συνάφεια, τη συγγένεια του αίματος. Τούτο φαίνεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι για τους Έλληνες σημείο αναφοράς είναι ο τόπος καταγωγής τους, ενώ για παράδειγμα για τους Σέρβους ή άλλους λαούς το οικογενειακό τους όνομα
Απόσπασμα από την διδακτορική διατριβή του Τριανταφύλλου, Παναγιώτης Χ. –> [ i]. :

Η οργάνωση των Ελλήνων στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν βασισμένη στον κοινοτισμό και οι κοινότητες, αποτέλεσαν για πολλούς αιώνες, τη σημαντικότερη μορφή διοικητικής οργάνωσης των υπόδουλων Ελλήνων. Η έννοια της κοινότητας είναι μία δυναμική, διαρκώς εξελισσόμενη έννοια που περιλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά αναλόγως με την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε.


[i]  Κυριακίδου – Νέστορος Α.. «Η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας», ΕΣΝΠΓΠ. Αθήνα 1978

Των Ελλήνων οι κοινότητες µέσα στην τουρκοκρατία...  - Media

«Σιμά να βγουν τα άγια κι’ ο βασιλιάς του κόσμου, φωνή τους ήρθ’ εξουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα: – Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’Άγια γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη».

Ο ελληνικός θρήνος για το «εάλω η πόλις», για την κατ’ εξοχήν πόλη του ελληνισµού, υπήρξε µακρός και βαθύς. Ήδη αρκετά χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης είχαν πέσει σε τουρκικά χέρια ελληνικές περιοχές, ελληνικοί τόποι µε προαιώνια ελληνική ιστορία. Ωστόσο, καµί­ας ελληνικής πόλης η πτώση δεν θρηνήθηκε µε τόση τραγικότητα από τη λόγια και λαϊκή παράδοση, όσο η πτώση της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης.

Η πτώση της Πόλης έπεσε πάνω στον ελληνι­σµό σαν µια θεϊκή συµφορά! Εύκολα κανείς µπορεί να έρθει σε επαφή µε τη λαϊκή συνεί­δηση, αυτή που βρίσκεται και διαµορφώνεται πίσω από την πολιτική, οικονοµική και πνευµατική ιστορία κάθε έθνους. Παρακολουθώ­ντας τα ίχνη της λαϊκής µας παράδοσης, µας αποκαλύπτεται η σταθερή κοίτη της ζωής του έθνους µας.

Ο ελληνικός λαός µε βαθύτατες πολιτισµικές ρίζες στο παρελθόν βρέθηκε κατακτηµένος από έναν αλλόθρησκο πολιτισµό ασιατικής προελεύσεως, ο οποίος του στέρησε µε βιαι­ότητα την πολιτική και ατοµική του ελευθερία για τέσσερις συναπτές εκατονταετίες. Έτσι αναγκάστηκε να αγωνίζεται ψυχικά και υλι­κά στα όρια της ανθρώπινης αντοχής και να επινοεί ένα σωρό τεχνάσµατα προκειµένου να επιβιώσει αλλά και να διατηρήσει τη δική του ταυτότητα, τα εθνικά πολιτισµικά του χα­ρακτηριστικά µέσα σε απίστευτες συνθήκες βαρβαρότητας ενός κατακτητή που δεν έµεινε στην ιστορία για τις επιδόσεις του στον… πολιτισµό!

Μετά την επικράτηση των Οθωµανών, όταν το ελληνικό έθνος έχασε το µέγιστο αγαθό της ελευθερίας και την αυτονοµία του στον ιστο­ρικό του χώρο, αυτό που του έµενε τελικά να περισώσει ήταν η εσωτερική του ελευθερία και συνοχή, η οµαδική και εθνική του συσπεί­ρωση, πράγµατα που ξεκινούσαν από το κάθε ελληνικό σπίτι και εξαπλώνονταν στη συγγε­νική όσο και τοπική κοινωνία. Τα στοιχειώδη προνόµια που παραχωρήθηκαν στην ελληνική εθνότητα στη διάρκεια των δυο πρώτων αι­ώνων της τουρκοκρατίας εκµεταλλεύτηκαν κατά κύριο λόγο οι τοπικές κοινότητες και οι αστικές συντεχνίες.

Σηµειώνουµε εδώ ότι η Εκκλησία, έτσι κι αλ­λιώς, έχαιρε ιδιαίτερων προνοµίων. Μέσα από αυτούς λοιπόν τους θεσµούς έµελλε να διατηρηθεί η εθνική µας συνοχή, που βασί­στηκε στους άγραφους νόµους και στα έθιµα που διαµόρφωσαν τη νέα εθνική µας συνείδη­ση αλλά και τον τρόπο που σκεφτόµαστε και δρούµε.

Θα παρακάµψουµε τον θεσµό της Εκκλησίας και θα επικεντρώσουµε το ενδιαφέρον µας στις κοινότητες, που αποτέλεσαν την κινητή­ριο δύναµη του ελληνισµού στα σκοτεινά χρό­νια της σκλαβιάς.

Τοθαύματωνκοινοτήτων

Η κοινοτική ζωή στα χρόνια της τουρκοκρατί­ας έχει σαν χαρακτηριστικό της την ανασφά­λεια, κι αυτό αποτυπώνεται αρχιτεκτονικά στην περιχαράκωσή της σε κάστρα, πύργους, καταφύγια, σε λοξά καλντερίµια, ψηλόκτιστα σπίτια και βίγλες. Στη συνέχεια, µοιάζει να ξανοίγεται ως τα αλώνια που τα χρησιµοποιούσαν και για τους χορούς των πανηγυριών. Η δοµή των ελληνικών κοινοτήτων αντιγράφει την οικογενειακή ιεραρχία. Κατά το πρότυπο του πατέρα, που είναι ο αρ­χηγός της οικογένειας, η κοινότητα ορίζει και τους δικούς της αρχηγούς, τους προεστούς, τους πρωτόγερους, το γεροντειό, τους κοτζαµπάσηδες. Γύρω από αυτούς αρχίζουν συζη­τήσεις, και γεννιέται το δικαίωµα της γνώµης και του διαλόγου, που φτάνει στα όρια της δηµοκρατικής αντιπροσωπευτικής εκλογής. Έτσι, η κάθε ελληνική κοινότητα µετατρέπε­ται σε ένα ζωντανό κύτταρο της δηµοκρατίας, όπου κυριαρχεί το πνεύµα της αυτονοµίας και της αυτοδιοίκησης.

Αυτόν τον «τοπικισµό», αιώνες µετά, στα… χρόνια της νεωτερικότητας, δηλαδή στις µέ­ρες µας, άνδρες… σοφοί θα τον χρησιµοποι­ήσουν ως επιχείρηµα για το ότι στην τουρ­κοκρατία αναπτύχτηκε το τοπικιστικό πνεύ­µα και όχι η εθνική συνείδηση· άρα υπάρχει «εθνική ασυνέχεια»… Εκείνη η δηµογεροντία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις δύσκολες, κα­τά περιόδους και περίσταση, στιγμές των κοινοτήτων που ήρθαν αντιμέτωπες με τις δυσβάστακτες φορολογίες, την πείνα, τις ομηρίες και τα παιδομαζώματα, όπως και τις επιδημίες.

Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινότητας υπήρχαν μια σειρά επαγγέλματα όπως οι λογαριαστάδες, οι ντελάληδες, οι νεκροθά­φτες, οι αγελαδάρηδες, οι νυχτοφύλακες, οι δραγάτες κ.ά. Η ζωή της κοινότητας μας γί­νεται γνωστή μέσα από μια χαρακτηριστική ορολογία χρήσης:

Το «ψυχομέτρι» δηλώνει την απογραφή (το μέτρημα των ψυχών). Η «λόντζα» υποδηλώνει τη γενική συνέ­λευση και ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια δρα­στηριότητα για τη ζωή της κοινότητας.  Η «πανταχούσα» είναι η εγκύκλιος· η «μάννα» το κτηματολόγιο.  Έχουμε επίσης και τα «στεφανιάτικα», που δεν είναι άλλα από τα «δικαιώματα» του επισκόπου και κάλλιστα θα μπορούσαν να ονομάζονται και «κερατιάτικα»!… Η Αγία Εκκλησία και οι ολιγαρκείς της εκπρόσωποι πάντα είχαν τον τρόπο να τα… παίρνουν από το ποίμνιο.

Επίσης υπάρχουν και τα «παπαδικά» για τον παπά, τα «δευτεριάτικα» για τον δάσκαλο κ.ά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινότη­τες των Ελλήνων διαβιούσαν επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη κοινωνική αλληλεγγύη και αλ­ληλοσεβασμό, που αποτελούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις μιας αυτόνομης και αυτοδιοι­κούμενης κοινωνίας.

Μέσα σε συνθήκες σκλαβιάς, το κοινοτικό πνεύμα έγινε συνείδηση και εθνικό χαρα­κτηριστικό ως προς την αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία, τόσο μεταξύ των ελληνικών οικογενειών όσο και στις αγροτικές κοινοτι­κές εργασίες. Γενικά, μέσα από το κοινοτικό πνεύμα αντιμετωπιζόταν κάθε περιστατικό. Η αλληλεγγύη και η συνεργασία προκύπτει από μια σειρά λέξεων της εποχής: ονόμα­τα όπως η παρακαλιά, ξέλαση, ληλοβόηθο, αντιβόηθο, δανεικαριά, παρασπόρι, αγγαριά και άλλες, υποδηλούν ότι σε κάθε περίστα­ση, ο ένας προσέτρεχε τον άλλον, πράγμα εξάλλου που γίνεται φανερό και από τα κη­ρύγματα του παπά μετά τη λειτουργία, συνή­θεια που έχει διατηρηθεί ως τις μέρες μας: να καλείται η κοινότητα να συνδράμει σε ιδι­ωτικές ή δημόσιες υποθέσεις των ενοριτών. Αυτή η συγκινητική συνθήκη ζωής που ζού­σαν οι προπάτορές μας στα χρόνια της τουρ­κοκρατίας επισφραγιζόταν συνήθως από τις «κρασοφιλιές», όπου οι πιο φτωχοί, όλοι αυ­τοί που δέχτηκαν τη βοήθεια, έβαζαν το κρασί προς υγεία όλων εκείνων που βοήθησαν ως ηθική ανταμοιβή αλλά και ευκαιρία για γλέντι τρικούβερτο! Άλλες, πιο κλειστές εκ­δηλώσεις αλληλεγγύης ήταν τα περίφημα νυ­χτέρια ή αλλιώς αποσπερίδια σε διαφορά φι­λικά ή συγγενικά σπίτια της κοινότητας, όπου μαζεύονταν προκειμένου να βοηθήσουν σε διάφορες σπιτικές δουλειές, από το σπάσιμο των αμυγδάλων ή την επεξεργασία των ελιών ως το ξάσιμο του μαλλιού και την ετοιμασία της προίκας των κοριτσιών. Το ρακί δεν έλειπε ούτε απ’ αυτές τις συνευ­ρέσεις, όπου μάλιστα άφηναν (με τη σχετική επιτήρηση ασφαλείας) τους νέους παραδί­πλα να πλέκουν και αυτοί τα ερωτικά τους ειδύλλια. Ενδεικτικά μάλιστα είναι τα ανάλα­φρα τραγούδια του 15ου και του 16ου αιώνα με ερωτικό περιεχόμενο που σώθηκαν στη δημοτική μας παράδοση: «Αφόν εστήθη ο ουρανός και θεμελιώθη ο κόσμος

και περιφράχθη η θάλασσα τριγύρω με τον άμμον,

εκ τότε, κόρη, σ’ αγαπώ κι ακόμα δεν σου το ’πα…»

xenofonb@gmail.com