Το σύνδρομο του Κάιν

Sharing is caring!

Παλαιός όσο και το ανθρώπινο γένος και αποκλειστικά ανδρική δραστηριότητα, αφού σε παλαιότερες εποχές απαιτούσε ειδική σωματική διάπλαση, ο πόλεμος ασκούσε μεγάλη γοητεία στη φαντασία των αρσενικών. Αλλά τελικά ποιος είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που ωθεί στον πόλεμο; Είναι πολιτικός ή πολιτισμικός;

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  14/09/1997 

 John Keegan
Ο Κίγκαν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους μελετητές της στρατιωτικής ιστορίας. Επί σειρά ετών καθηγητής στην περίφημη Βασιλική Ακαδημία του Σάντχερστ, υπεύθυνος των θεμάτων άμυνας στην «Daily Telegraph», συγγραφέας σημαντικών μονογραφιών για το φαινόμενο του πολέμου και μέλος της Βασιλικής Λογοτεχνικής Εταιρείας.

John Keegan
Η ιστορία του πολέμου
Μεταφραση Λάμπης Χαραλαμπίδης, Πρόλογος Νίκος Κοιτάς, Εκδόσεις Νέα Σύνορα – A. Α. Λιβάνη, 1997. σελ. 676

Αλλά τελικά ποιος είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που ωθεί στον πόλεμο; Είναι πολιτικός ή πολιτισμικός;

Ο Κίγκαν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους μελετητές της στρατιωτικής ιστορίας. Επί σειρά ετών καθηγητής στην περίφημη Βασιλική Ακαδημία του Σάντχερστ, υπεύθυνος των θεμάτων άμυνας στην «Daily Telegraph», συγγραφέας σημαντικών μονογραφιών για το φαινόμενο του πολέμου και μέλος της Βασιλικής Λογοτεχνικής Εταιρείας. Στο βιβλίο του αυτό, που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1993, επιχειρεί να ανασκευάσει τη βασική θέση του πρώσου βετεράνου των μαχών του Ναπολέοντα στην Ιένα, στο Μποροντίνο και στο Βατερλό, θεμελιωτή της θεωρίας του πολέμου Καρλ φον Κλάουζεβιτς (1780-1831). Ο Κλάουζεβιτς, του οποίου οι ιδέες εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να καθορίζουν τις στρατιωτικοπολιτικές στρατηγικές αναλύσεις, είναι για τους Δυτικούς ό,τι για τους λαούς της Ανατολής ο σύγχρονος του Κομφούκιου, Σουν Τζου, που έδρασε στην Κίνα το 500 π.Χ. και κωδικοποίησε την ασιατική τέχνη του πολέμου.

Σύμφωνα με τη θέση που διατυπώνεται στο περίφημο έργο του Κλάουζεβιτς «Περί του πολέμου» (1832), το κοινωνικό αυτό φαινόμενο δεν αποτελεί παρά συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Κατά τον Κίγκαν, αν και πρέπει να μιλάμε για μία μόνο πολεμική κουλτούρα, δεν υπάρχει ένας ενιαίος τύπος πολέμου και ούτε κάθε πολιτισμός ήταν φιλοπόλεμος με έναν αυτόματο τρόπο. Στη θέση του Κλάουζεβιτς ότι «ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας που στην εφαρμογή της δεν γνωρίζει όρια» ο βρετανός ιστορικός αντιπαραθέτει παραδείγματα που καταδείχνουν πως ο αυτοπεριορισμός, η διπλωματία και η συνεχής διαπραγμάτευση αποτελούσαν απαράβατα όρια έναντι της βίας. Στην Πολυνησία της προηγούμενης χιλιετίας φέρ’ ειπείν, αλλά και σε πολλές φυλές του πιο σκληροτράχηλου από τους προκολομβιανούς λαούς της Κεντρικής Αμερικής, των Ατζέκων, οι πολεμιστές μόλις εξουδετέρωναν τον προσωπικό τους αντίπαλο αποσύρονταν από το πεδίο της μάχης, τόσο για να τιμήσουν το πνεύμα του όσο και γιατί θεωρούσαν πως είχαν εκπληρώσει πλέον το καθήκον τους. Βέβαια ο Κίγκαν, όπως επισημαίνει στο ιδιαίτερα εμπεριστατωμένο σημείωμά του με το οποίο προλογίζει το βιβλίο ο Κοτζιάς, «δεν αποσυνδέει την πολιτική από τον πόλεμο, ούτε αρνείται ουσιαστικά ότι η πολιτική διαμάχη μπορεί να προσλάβει και ακραίες μορφές, να καταλήξει σε ένοπλη – στρατιωτική σύγκρουση. Θεωρεί όμως ότι ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου, οι μορφές και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται, η ίδια η επιλογή της διεξαγωγής ενός πολέμου αποτελούν μια ακόμη έκφραση της πολιτισμικής στάθμης και της ιδιαιτερότητας του πολιτισμού κάθε ηγεσίας που λαμβάνει την απόφαση, της κοινωνίας η οποία έχει επιλέξει αυτή την ηγεσία, των παραδόσεων, εθίμων, αξιών, γενικά της κουλτούρας που κυριαρχεί και διαχέεται σε αυτήν». Με άλλα λόγια, ο αποφασιστικότερος παράγοντας στην υπόθεση του πολέμου δεν είναι η πολιτική αλλά ο πολιτισμός.

Ποιες αιτίες και ποιοι παράγοντες ώθησαν την Ευρώπη και κατ’ επέκταση όλο τον σημερινό κόσμο να εγκαταλείψει τις «αρχικές μορφές διεξαγωγής του πολέμου» ­ που στηρίζονταν στην αντίληψη ότι βασικό προσόν του πολεμιστή είναι η εξασφάλιση της προσωπικής του ασφάλειας ­ και να υιοθετήσει την αρχή του «ολοκληρωτικού» πολέμου, που ούτε τη ζωή των στρατιωτών σέβεται ούτε, πολύ περισσότερο, αυτή των αμάχων; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι καθόλου εύκολο να δοθεί καθώς οι θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη ως προς το τι προκαλεί τον πόλεμο. Μια σχολή, αυτή που αντλεί τα επιχειρήματά της από τη διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου και τις θεωρίες του Σπινόζα, τον αντιμετωπίζει ως προϊόν της επιθετικής φύσης του ανθρώπου, της ανάγκης του να επεκταθεί, να επιβληθεί και να επιβιώσει, αλλά και των αυτοκαταστροφικών του τάσεων.

Μια άλλη θεωρητική σχολή, όπου περιλαμβάνεται το έργο του Καντ και ισχυρά ρεύματα του μαρξισμού, αναζητά την αιτία των πολέμων στον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών και των συμφερόντων που αρθρώνει ως πολιτική το κράτος (Μακιαβέλι, Μοντεσκιέ). Η τρίτη σχολή των διεθνών σχέσεων, η πατρότητα της οποίας αποδίδεται στον Θουκυδίδη, θεωρεί υπεύθυνο για την πρόκληση των πολέμων το διεθνές περιβάλλον και την αναρχία που το χαρακτηρίζει, τα συγκρουόμενα συμφέροντα μέσα σε αυτό, καθώς και το ότι σε κάθε περίοδο οι συσχετισμοί δύναμης διαφοροποιούνται ως προς την προοπτική τους.

Σχετικά με το μείζον θέμα, των κανόνων δικαίου στον πόλεμο, ο Κίγκαν παρατηρεί με δηκτικότητα ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας αποδεκτός δεν ήταν μόνο ο φιλειρηνιστής αλλά και ο νομίμως φέρων όπλα, διότι διέθετε πάντα τα «μέσα να γίνει σεβαστός». Ετσι ο πόλεμος αναγνωρίζεται σαν μια ακραία μορφή βίας και ταυτόχρονα μια ιδιόμορφη κατάσταση (ή έλλειψη) δικαίου, στα πλαίσια της οποίας η κάθε πλευρά επιδιώκει να επιβάλει τη θέλησή της στην άλλη καθώς και τις γενικότερες αντιλήψεις της για το τι μέλλει γενέσθαι.

Παλιιός όσο και το ανθρώπινο γένος και αποκλειστικά ανδρική δραστηριότητα ­ αφού σε παλαιότερες τουλάχιστον εποχές απαιτούσε ειδική σωματική διάπλαση ­ ο πόλεμος ασκούσε πάντοτε μεγάλη γοητεία στη φαντασία των αρσενικών, αν και όχι όλων καθώς, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, υπάρχει στα ανθρώπινα πλάσματα και μια τάση αντίθεσης στη βία. «Ο Αλντους Χάξλεϊ», επισημαίνει ο Κίγκαν, «είπε ότι ένας διανοούμενος είναι ένα πρόσωπο που έχει ανακαλύψει κάτι πιο ενδιαφέρον από το σεξ. Πολιτισμένος άνθρωπος μπορεί να ειπωθεί κάποιος που ανακάλυψε κάτι που δίνει περισσότερη ικανοποίηση από τη μάχη. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ξέφυγε από τον πρωτογονισμό, η αναλογία αυτών που προτίμησαν κάτι άλλο εκτός από τον πόλεμο (την καλλιέργεια της γης, την κατασκευή ή την πώληση διαφόρων αντικειμένων, το χτίσιμο, τη διδασκαλία, τη σκέψη ή την επικοινωνία με τον υπόλοιπα κόσμο) αυξήθηκε με την ταχύτητα που επέτρεπαν οι πλουτοπαραγωγικές πηγές».

Πάντως οι νευρολόγοι έχουν εντοπίσει το κέντρο της επιθετικότητας στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αν και δεν έχουν κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσουν πλήρως τους μηχανισμούς του. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι όταν μειώνεται μια χημική ουσία, η σεροτονίνη, αυξάνεται η επιθετικότητα και υποπτεύονται ότι η παραγωγή και η ροή της οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο πεπτίδιο. Ωστόσο, αν και τα υψηλά επίπεδα της «αρσενικής» ορμόνης, της τεστοστερόνης, συμβάλλουν στην αρρενωπότητα των ανδρών, που ένα στοιχείο της είναι και η επιθετικότητα, όταν τα επίπεδα αυτά είναι μειωμένα δεν συνεπάγονται και έλλειψη κουράγιου ή μαχηματικότητας. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί, κατά τον συγγραφέα, ο σεβασμός που ενέπνεαν οι ευνούχοι – σωματοφύλακες αλλά και ο φημισμένος στην εποχή του βυζαντινός στρατηγός Ναρσής, που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, υστερούσε σε παράστημα και πολεμική θωριά.

Ο Κίγκαν, εκτός από το πρώτο γενικό κεφάλαιο του βιβλίου του πόλεμος στην ιστορία του ανθρώπου), όπου συγκρίνοντας τον Κλάουζεβιτς με τον Μαρξ τους αποδίδει την ίδια δογματική αντίληψη περί πολέμου ­ αν και παραδέχεται την ορθότητα ορισμένων σκέψεων του δευτέρου ­, ξεδιπλώνει το υλικό του και το ταξινομεί σε τέσσερα ακόμη κεφάλαια (Πέτρα, Σάρκα, Σίδηρος, Φωτιά), ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλει εξαιρετικά ενδιαφέροντα ιντερλούδια, που αφορούν τους γεωπολιτικούς και κλιματολογικούς περιορισμούς του πολέμου, τη σημασία των οχυρώσεων, τη δημιουργία και την ψυχολογία των στρατών, και τον ρόλο της επιμελητείας και του εφοδιασμού.

Στα κεφάλαια αυτά, ξεκινώντας από το συγκλονιστικό, μοναδικό στα ιστορικά χρονικά παράδειγμα της Νήσου του Πάσχα, όπου οι κάτοικοί της αλληλοεξοντώθηκαν στην απελπισμένη τους προσπάθεια να επιζήσουν σε έναν περιορισμένο και απομονωμένο χώρο, που τους καταδίκαζε σε αφανισμό, εξετάζει τη φιλοσοφία περί πολέμου και τις πολεμικές τεχνικές λαών και φυλών, μεταξύ των οποίων οι Ζουλού και οι Μαμελούκοι, οι Μαορί και οι Μογγόλοι, ο Ελληνες και οι Ρωμαίοι, οι Αραβες και οι Βυζαντινοί. Η ανάλυσή του επεκτείνεται στις σταυροφορίες και στους θρησκευτικούς πολέμους που συγκλόνισαν την Ευρώπη μετά το 1600, φτάνοντας ως τους ναπολεόντειους πολέμους, τις δύο παγκόσμιες συρράξεις του 20ού αιώνα αλλά και τις τοπικές των τελευταίων δεκαετιών. Ιδιαίτερα τον ενδιαφέρουν και επιμένει στις τομές που σημειώθηκαν με επαναστατικό τρόπο στη διεξαγωγή του πολέμου.

«Το ότι οι αρχαίοι Ελληνες», λέει ο Κίγκαν, «κατανίκησαν τον φυσικό φόβο της έκθεσης σε κίνδυνο και διακινδύνευσαν στη μάχη κατά τρόπο οριακό (ενώ ως τότε οι στρατοί μάχονταν εξ αποστάσεως, χωρίς να έρχονται σε σωματική επαφή) αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα προς το μέλλον». Τόσο επαναστατικό θεωρήθηκε αυτό το βήμα, της σώμα προς σώμα πεζομαχίας, ώστε οι πιο αξιόλογοι ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ­ παρ’ ότι αυτή η άποψη αντικρούεται από ορισμένους ­ ότι οι Ελληνες ήταν οι θεμελιωτές του «δυτικού τρόπου πολέμου», με τον οποίο οι Ευρωπαίοι επρόκειτο να υποτάξουν κάθε περιοχή του κόσμου εναντίον της οποίας κινήθηκαν.

Στους στρατούς που προώθησαν ρηξικέλευθες λύσεις συγκαταλέγονται ακόμη ο ασσυριακός ­ ο πρώτος στρατός μεγάλης ακτίνας δράσης ­, που μπορούσε να εκστρατεύσει σε απόσταση 300 μιλίων από τη βάση του με ταχύτητες που δεν ξεπεράστηκαν παρά μόνο έπειτα από την εμφάνιση των μηχανών εσωτερικής καύσης, ο ρωμαϊκός, που καθιερώνοντας το ημερομίσθιο ως αποζημίωση για τους οπλίτες, συνετέλεσε στην τελική επικράτηση του μισθοφορικού χαρακτήρα του στρατού, των Μογγόλων που σκληραγωγημένοι καθώς ήταν, συνηθισμένοι στις μετακινήσεις, πολιτισμικά συμβιβασμένοι με την αιματοχυσία και απαλλαγμένοι από ηθικές και θρησκευτικές αναστολές επιδόθηκαν σε ευρείας κλίμακας δουλεμπόριο, μετατρέποντας έτσι τον πόλεμο σε κερδοφόρα επιχείρηση.

Αλματα καθοριστικά στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου ο βρετανός συγγραφέας εντοπίζει ακόμη στην εμφάνιση του άρματος (του πρώτου περίπλοκου και ολοκληρωμένου οπλικού συστήματος), στον κατοπινό παραγκωνισμό του από το άλογο, στη χρησιμοποίηση της πυρίτιδας και στην εφαρμογή των τεχνολογικών ανακαλύψεων στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Κίγκαν αποφεύγει να δώσει ένα μονοσήμαντο ορισμό του πολέμου καθώς το κοινωνικό αυτό φαινόμενο, όπως υπογραμμίζει, «δεν έχει μία μόνο φύση». Στο δραματικό όμως ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να λύνει εσαεί τις διαφορές του με τη βία και οι διεθνείς υποθέσεις να διευθετούνται με τον πόλεμο, είναι κατηγορηματικός: «Η πολιτική πρέπει να συνεχιστεί, ο πόλεμος δεν μπορεί (…). Διαφορετικά το μέλλον μας, όπως αυτό των τελευταίων κατοίκων της Νήσου του Πάσχα, μπορεί να ανήκει στους ανθρώπους με τα αιματοβαμμένα χέρια».