Παρελθόν από 31 Ιουλίου ο Προληπτικός Έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στους ΟΤΑ

13/8/2019

Η 31η Ιουλίου απετέλεσε μια ιδιαίτερα σημαντική ημερομηνία για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς – σύμφωνα με την παρ.1 του αρ.125 του ν.4611/2019 – από αυτή την ημέρα και έπειτα δεν ασκείται προληπτικός έλεγχος στις δαπάνες των ΟΤΑ από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Από τη μια η προεκλογική περίοδος και οι μετεκλογικές αναταράξεις, από την άλλη οι αντιπαραθέσεις για τις αλλαγές στον Κλεισθένη ενόψει εγκατάστασης των νέων Δημοτικών Αρχών, οδήγησαν στο περιθώριο του ενδιαφέροντος το θέμα της κατάργησης του ελέγχου.

Και όμως, από την 31η Ιουλίου και έπειτα, οι υπάλληλοι των Οικονομικών Υπηρεσιών των ΟΤΑ και οι Αιρετοί με συναφείς αρμοδιότητες έχουν εισέλθει σε μια νέα εποχή δημοσιονομικής λειτουργίας.  

Τα χρηματικά εντάλματα των δαπανών δεν υπάρχει πια δυνατότητα να υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο για προληπτικό έλεγχο.  

Οι Οικονομικές Υπηρεσίες έχουν καταστεί αποκλειστικά υπεύθυνες  για τον έλεγχο, εκκαθάριση και ενταλματοποίηση των δαπανών τους. 

Αξίζει να θυμηθούμε τις 4 νομοθετικές παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ που οδήγησαν ως εδώ:

1) H κατάργηση του προληπτικού ελέγχου ψηφίστηκε στο Μνημόνιο την
παραμονή Δεκαπενταύγουστου 2015 (Ενότητα 2.4.1. ν.4336/2015, ΦΕΚ Α’ 94/14.8.2015).

2) Εν συνεχεία προσδιορίστηκε η 1/1/2019 ως ρητή ημερομηνία κατάργησης για τους ΟΤΑ, στην παρ.10 του αρ.10 του ν.4337/2015 (ΦΕΚ Α’ 129/17.10.2015).

3) Κατόπιν έντονων διεκδικήσεων τόσο των Αιρετών (ΚΕΔΕ) όσο και των εργαζομένων (ΠΟΕ-ΟΤΑ), έδωσαν παράταση έως την 1/1/2020   (αρ.58 ν.4607/24.4.2019).

4) Ελάχιστες ημέρες μετά, αιφνιδιαστικά, με εκπρόθεσμη Τροπολογία, άλλαξαν το νόμο που μόλις είχαν ψηφίσει, ορίζοντας ότι ο έλεγχος δεν θα καταργηθεί 1/1/2020, αλλά την 31η/7/2019 (παρ.1 αρ.125 ν.4611/17.5.2019).

Αυτός ο νόμος του ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόστηκε τώρα.

Μένει, λοιπόν, να δούμε εάν η νέα Κυβέρνηση θα εμμείνει στη γραμμή της προηγούμενης ή θα την αναιρέσει. Προς το παρόν, υπογραμμίζεται ότι παραμένει σε ισχύ ο κατασταλτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (αρ.51 ν.4129/2013 και αρ.276 ν.3852/2010) επί των λογαριασμών των Δήμων, των Περιφερειών και των Νομικών τους Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, καθώς και των Κοινωφελών Επιχειρήσεων, των Επιχειρήσεων Υδρευσης Αποχέτευσης και των δημοτικών Ανωνύμων Εταιρειών του αρ.266 του Κ.Δ.Κ..

η 2η φορά που η Ν.Δ. πάει να ακυρώσει την υλοποίηση του αυτοκινητοδρόμου Πάτρα-Πύργος

12/08/2019

Απάντηση του τομεάρχη Υποδομών και Μεταφορών, Γιώργου Βαρεμένου, σε συνέντευξη του Υπουργού στον Ελεύθερο Τύπο

Απάντηση του τομεάρχη Υποδομών και Μεταφορών, Γιώργου Βαρεμένου, σε συνέντευξη του Υπουργού στον Ελεύθερο Τύπο

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. και ο Υπουργός Μεταφορών παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα ψεύτικο, μηδενιστικό, τοξικό αφήγημα, που ανέπτυξαν προκειμένου να αντιπολιτευτούν τον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα ως κυβέρνηση εξακολουθούν να κάνουν ασκήσεις λαϊκισμού, παρά τα «πολιτικά ατυχήματα» που αυτές οι ασκήσεις προκάλεσαν προσφάτως και στον Υπουργό.

Έχουμε λοιπόν και λέμε σχετικά με όσα ανέφερε ο κ. Καραμανλής στον Ελεύθερο Τύπο.

1)    Ιδού λοιπόν η Ρόδος. Αν ο Υπουργός δεν επιθυμεί την αύξηση των διοδίων στην Αττική Οδό, δεν έχει παρά να φέρει νομοθετική ρύθμιση, που να επικυρώνει και να παρατείνει την αποτροπή ισάξιων διοδίων που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, στο παραπέντε των εκλογών. Αν όχι, τότε θα πρόκειται απλώς για προπαγάνδα ή για στημένο πολιτικό παίγνιο.

2)    Αν ο Υπουργός θέλει πράγματι να μάθει τι σημαίνει έργο-κουφάρι, αν δεν το γνωρίζει, πρέπει να ζητήσει να τον πληροφορήσουν σε ποια κατάσταση και μετά από ποια ανδραγαθήματα παρέδωσε η συγκυβέρνηση το 2015 την παραϊόνια οδό. Κουφάρι χρυσοπληρωμένο.

3)    Από τα λεγόμενα του κ. Καραμανλή προκύπτει ότι είναι η 2η φορά που η Ν.Δ. πάει να ακυρώσει την υλοποίηση του αυτοκινητοδρόμου Πάτρα-Πύργος. Η πρώτη ήταν το 2014 όταν έβγαλε έξω από τη σύμβαση παραχώρησης της Ολυμπίας Οδού, το μισό αυτοκινητόδρομο Πάτρα-Πύργος-Καλό Νερό-Τσάκωνα. Το έβγαλαν απ’ έξω χωρίς να διασφαλιστεί ότι είναι ένα εγκεκριμένο έργο, ως προς τη διατομή και τη χρηματοδότησή του.

Τώρα τι ακριβώς «απειλεί» να κάνει το Υπουργείο; Να σταματήσει την υλοποίηση του έργου, όταν στα 5 τμήματα έχουν εγκατασταθεί οι κατασκευαστές και υλοποιούν τη σύμβασή τους, ενώ στα άλλα 3 μπορούν να ξεκινήσουν εντός 2 μηνών;

Φαντάζομαι ότι γίνεται αντιληπτό πως το συγκεκριμένο έργο δεν είναι η Νομική Σχολή Πατρών για να ακυρωθεί η δημιουργία της, αλλά κάτι που η ακύρωσή του μπορεί να έχει ως συνέπεια αποζημιώσεις, προσφυγές, μεγάλη καθυστέρηση ή και αμφισβήτηση της σκοπιμότητας του έργου, ως μεγάλου αυτοκινητοδρόμου.

4)    Ως προς τον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης, ποιες μελέτες ανέθεσε ο σημερινός Υπουργός και πότε. Οι έτοιμες επικαιροποιημένες μελέτες για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου 2 κατευθύνσεων Καστέλι-Άγιος Νικόλαος χωρίς διόδια δεν ικανοποιούν ποιον και γιατί;

Το βασικό ερώτημα τελικά είναι: Τί ακριβώς απασχολεί την ηγεσία της Ν.Δ.; Η ολοκλήρωση των έργων ή η δικαίωση της μηδενιστικής πολιτικής που ακολούθησε ως αντιπολίτευση; Ή μήπως απλώς πρόκειται για διολίσθηση σε πρακτικές που οδήγησαν σε χρεοκοπία της χώρας;

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

Δημήτρης Γιατζόγλου

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο… Το Πρόγραμμα… Η Ταυτότητα….

Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.

Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.

Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.

2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.

Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.

Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.

3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.

Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.

Το ζεύγος «μετασχηματισμός – ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.

4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.

Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;

Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα – ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα – αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.

Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.

Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.

Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

Financial Times: Η εποχή της υπερσυγκέντρωσης πλούτου φτάνει στο τέλος της

Οι ψηφοφόροι και οι πολιτικοί συμφωνούν ότι έφτασε η ώρα για αναδιανομή της πίτας της οικονομίας

Της Rana Foroohar

Rana Foroohar Γεννήθηκε το 1970 στο Ιράν

Πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την τελευταία μεγάλη αλλαγή οικονομικού παραδείγματος στον ανεπτυγμένο κόσμο, την επανάσταση των οικονομικών της προσφοράς.

Οι φόροι στα κεφαλαιακά κέρδη μειώθηκαν. Ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ ήρθαν σε κατά μέτωπο σύγκρουση με τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και τους ανθρακωρύχους. Η δύναμη των συνδικάτων εξασθένησε και αυτή των εταιρειών ενισχύθηκε. Ορισμένοι άνθρωποι έγιναν πολύ πλούσιοι. Αλλά η ανισότητα αυξήθηκε και στο τέλος η συνολική τάση της ανάπτυξης επιβραδύνθηκε.

Καθώς παρακολουθούσα τα ντιμπέιτ μεταξύ των διεκδικητών του χρίσματος των Δημοκρατικών για την Προεδρία, σκέφτηκα ότι είμαστε μάρτυρες της νέας μεγάλης αλλαγής παραδείγματος, από την εποχή της συσσώρευσης πλούτου σε μια εποχή αναδιανομής πλούτου. Μετριοπαθείς υποψήφιοι όπως ο Τζο Μπάιντεν και ο Τζον Ντιλέινι επιχειρηματολόγησαν για μια κεντρώα στάση σε ζητήματα όπως η υγεία και το εμπόριο.

Όμως τις εντυπώσεις έκλεψαν ο Μπέρνι Σάντερς και η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, οι οποίοι έχουν παρόμοιες θέσεις σε μια σειρά από θέματα, από τη στροφή της Αμερικής προς ένα δημόσιο σύστημα υγείας μέχρι την ανακούφιση των υπερχρεωμένων φοιτητών. Επίσης, και οι δύο επιζητούν υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους και πιο σκληρούς κανόνες για τις εταιρείες.

Aν και ελάχιστα από αυτά θα θεωρούνταν ριζοσπαστικά σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, για την αμερικανική πολιτική ήταν πραγματικά κάτι νέο. Κάποτε το σημείο εκκίνησης του διαλόγου, ακόμα και για τους Δημοκρατικούς, ήταν το πώς η κυβέρνηση θα μπορούσε να βοηθήσει τις αγορές να λειτουργήσουν καλύτερα. Σήμερα ξεκινούν από το πώς μπορεί να τιθασεύσει τις αγορές ο δημόσιος τομέας και να μοιράσει την οικονομική πίτα περισσότερο δίκαια.

Αλλά δεν είναι μόνο οι Δημοκρατικοί. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί αναζητούν και αυτοί αλλαγή παραδείγματος. Ο Μάρκο Ρούμπιο, ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής με επιρροή, ο οποίος ελπίζει κάποια ημέρα να γίνει Πρόεδρος, δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο για τα προβλήματα του μετοχικού καπιταλισμού και για τα προτερήματα της βιομηχανικής πολιτικής.

Τα σημάδια ότι παρακμάζει το παράδειγμα των οικονομικών της προσφοράς είναι παντού γύρω μας. Δείτε την άνοδο των εταιρειών που σταθμίζουν το κέρδος με την κοινωνική προσφορά και την ανάπτυξη των επενδυτικών πρακτικών που λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Στην κυβέρνηση είναι ορατός ένας ολοένα μεγαλύτερος ενθουσιασμός για πιο σκληρή αντιμετώπιση των μονοπωλίων και εκκλήσεις για εμπορικό προστατευτισμό, καθώς και προσπάθειες να πολιτικοποιηθεί ο ρόλος της Fed (Ομοσπονδιακή Τράπεζα). Δεν είναι μόνο τα μηνύματα του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter με τα οποία ζητά μείωση των επιτοκίων, αλλά και οι προοδευτικοί Δημοκρατικοί που βλέπουν τη «σύγχρονη νομισματική πολιτική» σαν έναν τρόπο να πληρώσουν τις πολιτικές που έχουν σε προτεραιότητα χωρίς να τις χρηματοδοτήσουν με αυξήσεις φόρων στις οποίες θα πρέπει να συμφωνήσει το Κογκρέσο.

Oι αντιλήψεις αυτές αρχίζουν να αποτελούν μέρος του κυρίαρχου ρεύματος. Την περασμένη εβδομάδα δύο γερουσιαστές εισήγαγαν διακομματικό νομοσχέδιο το οποίο θα ανάγκαζε τη Fed να υποτιμήσει το δολάριο για να δώσει ώθηση στις εξαγωγές και να εξισορροπήσει το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα.

Σημείο καμπής

Δεν πρόκειται για έναν λαϊκισμό που θα περάσει, αλλά για κάτι μεγαλύτερο, υποστηρίζει ο Κίριλ Σοκόλοφ, ιδρυτής της 13D Global Strategy & Research, ο οποίος έχει κατά το παρελθόν διαγνώσει με επιτυχία σημεία καμπής και αλλαγών, από την άνοδο των οικονομικών της προσφοράς και την επιβράδυνση του πληθωρισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως την άνοδο της Κίνας και τη διάδοση των έξυπνων κινητών. «Αυτό που πρόκειται να δούμε είναι ένα κύμα αντίδρασης ενάντια στη δεύτερη χρυσή εποχή (gilded age) και θα έχει τεράστιο αντίκτυπο στον κόσμο και στις αγορές» τονίζει.

Μια πιθανή επίπτωση θα είναι η ύπαρξη βαθιών αλλαγών στο ποιος κατέχει τον πλούτο. Η κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών αντανακλά μια όλο και μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο βασικές ομάδες ψηφοφόρων στις ΗΠΑ: τη μεταπολεμική γενιά (baby boomers), που εκπροσωπείται από υποψηφίους όπως ο Τζον Μπάιντεν, και τη γενιά των millennials (του 1980-90) που στήριξαν τον Μπέρνι Σάντερς το 2016 και τώρα προτιμούν αυτόν και νεότερους υποψηφίους όπως ο Πιτ Μπάτιγκιγκ. Μια δεκαετία χαλαρής νομισματικής πολιτικής έχει ωφελήσει την πρώτη κατηγορία, που είδε να αυξάνονται τα περιουσιακά της στοιχεία εις βάρος της δεύτερης, που δεν μπορεί να αντέξει το κόστος αγοράς κατοικίας.

Μια από τις μεγάλες πολιτικές μάχες θα αφορά το πώς θα μοιραστεί η ολοένα και μικρότερη πίτα της ανάπτυξης από μια όλο και πιο αργά αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικονομία.

Μια άλλη μάχη θα είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Οι αυξήσεις μισθών αφαιρούν ένα κομμάτι από τα εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ και η αλήθεια είναι πως έτσι θα έπρεπε να γίνει. Όταν οι καταναλωτικές δαπάνες αποτελούν το 70% της οικονομίας, χρειαζόμαστε λίγο πληθωρισμό στους μισθούς για να διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος έχει λεφτά να ξοδέψει. Τούτο ισχύει ιδίως σε μια εποχή όπου οι κυβερνήσεις δεν επενδύουν και η στροφή από μια υλική σε μια άυλη οικονομία έχει οδηγήσει σε μείωση των κεφαλαιακών δαπανών στον ιδιωτικό τομέα.

Φορολόγηση του πλούτου

Χρειάστηκε όμως να ληφθούν μέτρα νομισματικής τόνωσης ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων για να επιτευχθεί μια σχετικά μικρή αύξηση μισθών. Και για πολλούς Αμερικανούς τα κέρδη εξανεμίζονται άμεσα από τις αυξήσεις στην υγειονομική ασφάλιση ή στις τιμές συνταγογραφούμενων φαρμάκων, που αποτελούν ακόμα δύο καυτά προεκλογικά θέματα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που υπάρχει τώρα ευρεία στήριξη για υψηλότερους φόρους στους πλουσιότερους.

Μένει να φανεί πότε και ποια μορφή θα πάρουν οι αυξήσεις φόρων. Αλλά η εποχή της αναδιανομής πλούτου έρχεται και θα έχει μεγάλες επιπτώσεις για τους επενδυτές. Η αξία των αμερικανικών μετοχών έχει πιθανότατα φτάσει στο ζενίθ και σκληρά στοιχεία ενεργητικού, όπως ο χρυσός, άλλα εμπορεύματα, οι κατοικίες, ακόμα και η τέχνη -οτιδήποτε προσφέρεται σε προκαθορισμένες ποσότητες- μπορεί να επωφεληθεί λίγο σε σχέση με τις μετοχές και το χρέος των πολυεθνικών εταιρειών.

Δεν είναι το τέλος του κόσμου -περνάμε συνεχώς από κύκλους συσσώρευσης πλούτου και αναδιανομής. Σημαίνει όμως ότι οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν για τους επενδυτές. Ορισμένες τιμές στοιχείων ενεργητικού μπορεί να πέσουν, αλλά είναι πιθανό ο ρυθμός αύξησης των εισοδημάτων να είναι υψηλότερος. Αυτό μπορεί να έχει από μόνο του κάποια πλεονεκτήματα, οικονομικά και πολιτικά.

Μοντέλα και βασικές μεταβλητές της μητροπολιτικής διακυβέρνησης

Mariona Tomàs Farnés ,  το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Barcelona Metropolis.  Την μετάφραση επιμελήθηκε η Μαρία Βασιλάκη.  Αναδημοσίευση από https://www.citybranding.gr/

Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Δεν υπάρχει ενιαία φόρμουλα δεδομένου ότι κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητές της λόγω ιστορικών και πολιτικών λόγων. Η συζήτηση σχετικά με το μοντέλο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι συχνά αμφισβητούμενη, εξ αιτίας ιδεολογιών, συμφερόντων και διαφορετικών τρόπων αντίληψης του μητροπολιτικού χώρου. Η μητροπολιτική διακυβέρνηση απαιτεί ένα κοινό όραμα μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σήμερα σε αστικές περιοχές, ποσοστό που αναμένεται να φτάσει το 68% μέχρι το 2050. Στην Ευρώπη, ο αστικός πληθυσμός αντιπροσωπεύει το 75% του συνολικού πληθυσμού. Ως εκ τούτου, θέματα τόσο σημαντικά όσο η κοινωνική συνοχή ή η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής έχουν γίνει προκλήσεις σε αστικό και μητροπολιτικό επίπεδο. Η έγκριση της ατζέντας 2030 και των Στόχων για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2015), καθώς και η Παγκόσμια Αστική Ατζέντα και εκείνη που αφορά την ΕΕ (2016) υπογραμμίζουν τη σημασία των αστικών θεμάτων. Η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών και περιφερειών αποτελεί επαναλαμβανόμενο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Πολυάριθμες εργασίες και ακαδημαϊκές μελέτες, όπως εκείνη των Heinelt και Kübler (2005) και η έκθεση των Ηνωμένων Πόλεων και Τοπικών Κυβερνήσεων (UCLG, 2016),υποστηρίζουν ότι υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης και δεν υπάρχει κοινή φόρμα για όλες ( κανένα one-size-fits-all). Πράγματι, κάθε πόλη έχει τις ιδιαιτερότητες και τη μορφή της διακυβέρνησής της για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους. Παρόλα αυτά μπορούμε να διακρίνουμε  τέσσερα βασικά μοντέλα μητροπολιτικής διακυβέρνησης, ανάλογα με τον βαθμό θεσμοθέτησής τους (ΟΟΣΑ, 2015 και Tomas, 2017), δηλαδή, ανάλογα με το είδος των θεσμικών ρυθμίσεων που έγιναν:

1. Στο ένα άκρο υπάρχουν μητροπολιτικές κυβερνήσεις ή δομές που δημιουργήθηκαν ειδικά για να αντιμετωπίσουν τις μητροπολιτικές προκλήσεις: ενός  επιπέδου – μετά τη συγχώνευση των δήμων ή με μια ονομασία ως «μητροπολιτική πόλη» (Τορόντο και Τόκιο) – ή δύο επιπέδων – διατήρηση των δήμων αλλά με μητροπολιτικό επίπεδο συντονισμού (Λυών, Μόντρεαλ και Πόρτλαντ).

2. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν λιγότερο θεσμοθετημένα μοντέλα που βασίζονται στην εθελοντική συνεργασία μεταξύ δήμων, είτε με συνένωση δήμων, είτε μέσω στρατηγικού σχεδιασμού (Πόζναν και Άμστερνταμ).

3. Με μεσαίο βαθμό θεσμοθέτησης υπάρχουν τομεακοί μητροπολιτικοί οργανισμοί – που διαχειρίζονται ή σχεδιάζουν μια ενιαία υπηρεσία όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες, το περιβάλλον, η αστυνομία κλπ. (Βαλένθια, Μπιλμπάο και Νέα Υόρκη).

4. Τέλος, το μοντέλο του κάθετου συντονισμού, στο οποίο οι μητροπολιτικές πολιτικές δεν εκτελούνται από ένα συγκεκριμένο μητροπολιτικό όργανο, αλλά de facto από άλλα επίπεδα κυβέρνησης που υπάρχουν ήδη – όπως η περιφέρεια, ο νομός, η επαρχία, κλπ. (Μαδρίτη , Κοπεγχάγη και Βερολίνο).

Στην πράξη, τα μοντέλα της μητροπολιτικής διακυβέρνησης διαφέρουν ανάλογα με το είδος της συνεργασίας, τις πολιτικές συμμαχίες, τις σχέσεις μεταξύ των τομέων της κυβέρνησης και τη  διαμόρφωση των τοπικών δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. Η ισορροπία αυτών των στοιχείων διαμορφώνει το μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πόλεων που έχουν ένα πρότυπο μητροπολιτικής διακυβέρνησης με διαφορετικό βαθμό θεσμοποίησης ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξης: π.χ. από τη μητροπολιτική διακυβέρνηση έως τις τομεακές υπηρεσίες, από ένα στρατηγικό σχέδιο έως τη συνεργασία μεταξύ δήμων κλπ.

Ένα καλό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης είναι η Βαρκελώνη: η κατάργηση του Μητροπολιτικού Οργανισμού της Βαρκελώνης οδήγησε στη δημιουργία αρκετών τομεακών υπηρεσιών, που συνυπήρχαν στο τελικό στάδιο με την άσκηση στρατηγικού σχεδιασμού, που ολοκληρώθηκε το 2010 με τη δημιουργία της Μητροπολιτικής Περιοχής της Βαρκελώνης.
Όλα τα μοντέλα διακυβέρνησης θα πρέπει να καλύπτουν τέσσερις βασικές μεταβλητές: αρμοδιότητες, χρηματοδότηση, δημοκρατική εκπροσώπηση και συμμετοχή των πολιτών και πολυεπίπεδες (κάθετες και οριζόντιες) σχέσεις.
Στην Ευρώπη, διαπιστώνεται ότι στις περισσότερες μητροπολιτικές περιοχές υπάρχει θεσμικός κατακερματισμός  και επικρατούν πρότυπα με μέσο βαθμό θεσμοθέτησης. Οι ισχυρές μητροπολιτικές κυβερνήσεις και η εθελοντική συνένωση δήμων μειονεκτούν. Αυτή η τάση εμφανίζεται στις χώρες του ΟΟΣΑ, όπου το 51% των μητροπολιτικών περιοχών έχει κάποιο είδος μητροπολιτικού οργανισμού, αλλά χωρίς ικανότητα ρύθμισης και μόνο το 18% διαθέτει αρχές με δύναμη (ΟΟΣΑ, 2015). Παρόλα αυτά, τα τελευταία πέντε χρόνια, δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη, με κρατική πρωτοβουλία νέες  μητροπολιτικές κυβερνήσεις με περιορισμένες αρμοδιότητες – για παράδειγμα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία, την Πορτογαλία και την Πολωνία. Αυτό δεν συμβαίνει στην Ισπανία, όπου η ικανότητα δημιουργίας μητροπολιτικών θεσμών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των αυτόνομων κοινοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Βαρκελώνη είναι η μοναδική μητροπολιτική περιοχή που υπάρχει επισήμως.


Τέσσερις βασικές μεταβλητές

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα μοντέλα διακυβέρνησης θα πρέπει να καλύπτουν τέσσερις βασικές μεταβλητές: αρμοδιότητες, χρηματοδότηση, δημοκρατική εκπροσώπηση και συμμετοχή των πολιτών και πολυεπίπεδες (κάθετες και οριζόντιες) σχέσεις. Κάθε μία από αυτές τις μεταβλητές αναλύεται εν συντομία παρακάτω.
Πρώτα απ’ όλα, όπως υπογραμμίστηκε από τη Διακήρυξη του Μόντρεαλ για τις μητροπολιτικές περιοχές – που επικυρώθηκε τον Οκτώβριο του 2015 στο πλαίσιο της προετοιμασίας του Habitat III -, δεν υπάρχει πολιτική αναγνώριση των μητροπολιτικών περιοχών, οι οποίες δεν έχουν τις αναγκαίες αρμοδιότητες για να αντιμετωπίσουν τις  αστικές  προκλήσεις. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρμοδιότητές τους συνδέονται με τις hard policies (σκληρές πολιτικές) (πολεοδομία, δημόσιες μεταφορές, υποδομές, περιβάλλον), ενώ δεν διαθέτουν αρμοδιότητες που σχετίζονται με τις soft policies (ελαφριές πολιτικές) (εκπαίδευση, υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες, οικονομική ανάπτυξη). Επιπλέον, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρμοδιότητες μοιράζονται με άλλα επίπεδα διακυβέρνησης (τοπικά, περιφερειακά ή κρατικά). Μια άλλη βασική μεταβλητή της μητροπολιτικής διακυβέρνησης είναι ο δεσμευτικός ή μη δεσμευτικός χαρακτήρας των αποφάσεων που λαμβάνονται. Για παράδειγμα, εάν οι δράσεις που εκπονούνται από ένα αστικό μητροπολιτικό σχέδιο είναι υποχρεωτικές ή όχι για τους δήμους. Χωρίς αυτόν τον αποκλειστικό και δεσμευτικό χαρακτήρα, είναι πολύ δύσκολο να παρέχουμε λύσεις σε μια μητροπολιτική κλίμακα.
Δεύτερον, η χρηματοδότηση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον βαθμό αυτονομίας. Αυτό δεν ισχύει μόνο όσον αφορά τους υλικούς πόρους (το ποσό), αλλά και την πηγή αυτής της χρηματοδότησης (ίδια κεφάλαια ή με άλλους πόρους). Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μητροπολιτικές περιοχές είναι η έλλειψη οικονομικών πόρων για την αντιμετώπιση των αστικών προκλήσεων. Υπάρχει μικρή δημοσιονομική αυτονομία, δεδομένου ότι οι περισσότεροι πόροι είναι μεταφορές από άλλα διοικητικά πλαίσια και είναι συχνά φορολογικού χαρακτήρα (για την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας). Επιπλέον, λίγες μητροπολιτικές περιοχές διαθέτουν τα απαραίτητα φορολογικά μέσα για την ανάπτυξη πολιτικών ένταξης βασισμένων στη βιωσιμότητα και την αλληλεγγύη (όπως το tax-base sharing (φορολογική βάση) ή φορολογική αναδιανομή στη μητροπολιτική περιοχή) (Slack, 2017).
Τρίτον, υπάρχει το θέμα της δημοκρατικής εκπροσώπησης και της συμμετοχής των πολιτών. Οι πόλεις έχουν τρεις διαστάσεις: urbs (φυσικό περιβάλλον), polis (πολιτικά όργανα) και civitas (πολίτης) (Capel, 2007). Αυτές οι διαστάσεις είναι αποδυναμωμένες, καθώς συχνά δεν υπάρχουν αντιπροσωπευτικά όργανα  σε έναν  ευρύτερο χώρο από τον δήμο κατοικίας, σε μια μητροπολιτική περιοχή όπου ο κόσμος δημιουργεί  την καθημερινή του ζωή. Σε μερικές περιπτώσεις, οι μητροπολιτικές περιοχές έχουν εκλέξει άμεσα ή έμμεσα μητροπολιτικές κυβερνήσεις. Σε γενικές γραμμές, κυριαρχούν τα μοντέλα άμεσης επιλογής, όπου οι δήμαρχοι και οι σύμβουλοι αποτελούν μέρος της μητροπολιτικής δομής σαν πολιτικοί εκπρόσωποι του δήμου όπου έχουν εκλεγεί (όπως στη Βαρκελώνη, καθώς και στις μητροπολιτικές δομές της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Γαλλίας). Στην Ευρώπη, τα παραδείγματα άμεσης εκλογής σε μητροπολιτική κλίμακα είναι περιορισμένα και έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά: σε ορισμένες περιπτώσεις οι δήμαρχοι εκλέγονται άμεσα (Μάντσεστερ και Λίβερπουλ), σε άλλες περιπτώσεις από κοινοβουλευτική συνέλευση (Στουτγάρδη) ή μερικές φορές και με τους δύο τρόπους (Λονδίνο και Αννόβερο). Οι μητροπολιτικές κυβερνήσεις δεν απολαμβάνουν υψηλότερη προσέλευση ψηφοφόρων, αλλά το ποσοστό είναι παρόμοιο με το ποσοστό συμμετοχής στις δημοτικές εκλογές, οι οποίες, σύμφωνα με το πλαίσιο (ειδικά στην Αγγλία), είναι πολύ χαμηλές (Tomàs, 2018).
Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν δημιουργούνται ισχυρές μητροπολιτικές κυβερνήσεις είναι η πολιτική αντίσταση που προκαλείται από αυτό το είδος παρέμβασης.
Τέλος, η τελευταία βασική μεταβλητή σχετίζεται με το πώς οι μητροπολιτικές περιοχές βρίσκονται σε ένα περιβάλλον πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, όπου υπάρχουν κάθετες και οριζόντιες σχέσεις. Πράγματι, οι αστικοί οικισμοί έχουν καθιερωθεί ως πολιτικός παράγοντας που δημιουργεί τα δικά του διεθνή δίκτυα, όπως το Metropolis (Παγκόσμια Ομοσπονδία των Μεγάλων Μητροπόλεων, η UCLG (Πόλεις και Ενωμένες Τοπικές Κυβερνήσεις), οι Medcities (Δίκτυο των Πόλεων της Μεσογείου) και η EMA (Ευρωπαϊκές Μητροπολιτικές Αρχές ). Τα δίκτυα αυτά διευκολύνουν την ανταλλαγή εμπειριών και καλών πρακτικών που μπορούν να χρησιμεύσουν για την προώθηση πολιτικών σε άλλες πόλεις και για την προβολή των μητροπολιτικών ζητημάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Στις οριζόντιες σχέσεις πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι τοπικές και οι μητροπολιτικές αρχές συνδέονται με τον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη τομέων όπως ο τουρισμός ή οι smart cities (έξυπνες πόλεις) δοκιμάζει τις  δυνατότητες της μητροπολιτικής διακυβέρνησης. Από την άποψη αυτή, και σε σχέση με το προηγούμενο σημείο, υπάρχουν δύο ερμηνείες των ευκαιριών του μητροπολιτικού πλαισίου για βελτίωση της δημοκρατίας. Σύμφωνα με τις απαισιόδοξες απόψεις, η μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην μητροπολιτική πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη διαφάνεια και ανάληψη ευθύνης. Σύμφωνα με τις αισιόδοξες απόψεις το άνοιγμα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε άλλους παράγοντες (δημόσιους και ιδιωτικούς) και η καθιέρωση συμμετοχικών μηχανισμών παρέχουν την ευκαιρία να εμπλακούν οι πολίτες και να βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας.
Εκτός από τις οριζόντιες σχέσεις (με άλλες πόλεις ή ενδιαφερόμενους φορείς), η διακυβέρνηση των μητροπολιτικών περιοχών επηρεάζεται από τις κάθετες σχέσεις, δηλαδή από τις σχέσεις με άλλα κυβερνητικά επίπεδα (περιφερειακά και εθνικά). Από αυτή την άποψη, είναι σημαντική η πολιτική και νομική εκτίμηση του δήμου ή της μητροπολιτικής περιοχής: αν πρόκειται για ένα σημαντικό επίπεδο διακυβέρνησης (με αρμοδιότητες και χρηματοδότηση), εάν διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στην πολιτική της χώρας (υψηλή συμμετοχή στις εκλογές ), κλπ.
Για να κατανοήσουμε αυτές τις κάθετες σχέσεις, είναι σημαντικός ο ρόλος του συνοικισμού  στο πλαίσιο της περιφέρειας ή στη χώρα ανάλογα με την πολιτική δομή του περισσότερο ή λιγότερο αποκεντρωμένη. Στην πραγματικότητα, η δημιουργία μητροπολιτικών θεσμών με ισχυρές εξουσίες (νομική και φορολογική αυτονομία) και η δημοκρατική νομιμότητα (άμεση εκλογή των εκπροσώπων τους) δεν δημιουργούνται στο κενό, αλλά σε μια ήδη υπάρχουσα πολιτική δομή. Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν δημιουργούνται ισχυρές μητροπολιτικές κυβερνήσεις είναι η πολιτική αντίσταση που προκαλείται από αυτό το είδος παρέμβασης, τόσο από τους δήμους όσο και από άλλα κυβερνητικά επίπεδα που υπάρχουν ήδη, όπως οι επαρχίες, οι περιφέρειες ή η ίδια η κεντρική κυβέρνηση. Λίγες κυβερνήσεις τολμούν να δημιουργήσουν μητροπολιτικές αρχές που να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας ή / και να είναι η πρωτεύουσά τους. Όταν συνέβη αυτό, τους δόθηκαν περιορισμένες αρμοδιότητες (διαχείρισης, υλοποίησης και σχεδιασμού) σε πολύ συγκεκριμένους τομείς (κυρίως μεταφορές, περιβάλλον, χωροταξία και οικονομική ανάπτυξη). Γι ‘αυτό το λόγο, οι συνεργατικές στρατηγικές και με μορφή δικτύου εμφανίζονται συχνά ως η πιο εφικτή πολιτικά λύση.
Η επιτυχία ή η αποτυχία των διαφόρων μορφών διακυβέρνησης εξαρτάται από την προθυμία συνεργασίας και από την εξεύρεση ενός ελάχιστου κοινού σημείου αναφοράς  που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Ένα κοινό όραμα
Συνοπτικά, η μητροπολιτική διακυβέρνηση περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μεταβλητών: την ένταξη του μητροπολιτικού πλαισίου στην πολιτική και διοικητική δομή της περιφέρειας  ή της χώρας, το ρόλο των δήμων και των πολιτικών ηγετών τους και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων φορέων της μητροπολιτικής περιοχής (αρχές, εταιρείες, πανεπιστήμια, πολίτες, σύλλογοι κ.λπ.). Η συζήτηση και η εφαρμογή μοντέλων  διακυβέρνησης είναι συχνά αμφιλεγόμενες, καθώς συγκρούονται με ιδεολογίες, συμφέροντα και διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του μητροπολιτικού χώρου.
Μητροπολιτική διακυβέρνηση είναι να μάθουμε πώς να δημιουργήσουμε ένα κοινό όραμα μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Συχνά, η επιτυχία ή η αποτυχία των διαφόρων μορφών διακυβέρνησης εξαρτάται από τη στάση  των μητροπολιτικών εκπροσώπων, την προθυμία συνεργασίας και την εξεύρεση ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή που να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Τελικά, για να αντιμετωπίσουμε τις αστικές προκλήσεις του  21ου  αιώνα είναι θεμελιώδους σημασίας τόσο η συνεργασία σε μητροπολιτικό επίπεδο όσο και η ύπαρξη των απαραίτητων θεσμικών, πολιτικών και χρηματοδοτικών μέσων.
βιβλιογραφικές αναφορές

Capel, H. (2007). “El debate sobre la construcción de la ciudad y el llamado ‘Modelo Barcelona’”, Scripta Nova XI (233), 15 February 2007.Heinelt, H.; Kübler, D. [eds.] (2005). Metropolitan Governance: Capacity, Democracy and the Dynamics of Place. London, Routledge.OECD (2015). Governing the City. Paris, OECD Publishing.Slack, E. (2017). “How Much Local Fiscal Autonomy Do Cities Have? A Comparison of Eight Cities Around the World”. IMFG Perspectives Paper, 19. Toronto, University of Toronto.Tomàs, M. (2018). “Els governs metropolitans d’elecció directa. Reflexions per a l’Àrea Metropolitana de Barcelona”, Revista Papers, 61: 52-59.Tomàs, M. (2017). “Explaining Metropolitan Governance. The Case of Spain”, Raumforschung und Raumordnung, 75 (3): 243-252.UCLG (2016). GOLD IV Report: Co-creating the Urban Future. 2016 edition.

Καλαμάτα: Ανοργανωσιά πίσω από το “Ράβε ξήλωνε”

Πηγή messinia24 Άρθρα Γ. Ξιάρχος

Πόσος παραλογισμός, έλλειψη οργάνωσης από μέρους της Δημοτικής Αρχής και της ΔΕΥΑΚ, υπάρχει στο “ράβε ξήλωνε” (μέρους) του ποδηλατόδρομου της οδού Νέδοντος, τον οποίον λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωσή του τον έσκαψαν για να τοποθετήσουν αγωγό ομβρίων!

Ας δούμε πώς έχει η ιστορία:

Τη Μεγάλη Τρίτη 11 Απριλίου 2017, ο Δήμαρχος Καλαμάτας Π. Νίκας και ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναδόχου εταιρείας «Κοινοπραξία Ολύμπιος ΑΤΕ – Τοπιοδομή ΕΠΕ», που μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό ανέλαβε την εκτέλεση του έργου «Ανάπλαση ανατολικής όχθης του Νέδοντα από την οδό Κροντήρη έως Μαρίνα», υπογράφουν τη σχετική σύμβαση.

Μεγάλη Τρίτη 11 Απριλίου 2017: Ο Δήμαρχος Καλαμάτας Π. Νίκας και ο εκπρόσωπος του αναδόχου υπογράφουν τη σύμβαση ανάπλασης της ανατολικής όχθης του Νέδοντα

Η μελέτη προέβλεπε ανάπλαση, με την παράλληλη κατασκευή νέου ποδηλατοδρόμου επί της ήδη μερικώς διαμορφωμένης ανατολικής ζώνης του ποταμού Νέδοντα. Ο ανάδοχος είχε προθεσμία 8 μηνών για την αποπεράτωση του έργου.

Η χρηματοδότηση, επί προϋπολογισμού 1.170.000 € (με το ΦΠΑ) -ο ανάδοχος προσέφερε (μέση) έκπτωση 58,32%- προέρχεται από δάνειο που εξασφάλισε ο Δήμος Καλαμάτας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων. Που σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα έργα τα πληρώνουν οι Καλαματιανοί.

Δείτε μερικές σχετικές αναρτήσεις στην ιστοσελίδα του Δήμου Καλαμάτας:

05 Δεκεμβρίου 2017: Ο Δήμαρχος Καλαμάτας Π. Νίκας επιβλέπει (φωτογραφιζόμενος) τα έργα κατασκευής του ποδηλατόδρομου που λίγους μήνες μετά κατέστρεψαν για να τοποθετήσουν κάτω από αυτόν αγωγό ομβρίων

Την Τετάρτη 22/8/2018, το Δ.Σ. της ΔΕΥΑΚ, ενέκρινε τη μελέτη για το έργο «Αποχέτευση ομβρίων ζώνης V, VI και VII Δήμου Καλαμάτας – περιοχή Νησάκι», προϋπολογισμού 600.000 € (πλέον ΦΠΑ). Το έργο αφορούσε στην περιοχή από τις σιδηροδρομικές γραμμές μέχρι και την οδό Θράκης (στον άξονα βορρά-νότου) και από το Νέδοντα έως την οδό Ψαρών και προβλέπει συμπλήρωση των υπαρχόντων αγωγών ομβρίων με 1.760 μέτρα νέου δικτύου, που θα παροχετεύει τα νερά της βροχής στο Νέδοντα.

Σήμανση για τους ποδηλάτες στην οδό Νέδοντος, στο ύψος της Δημοσθένους, λόγω των έργων για τα όμβρια

Ο διαγωνισμός έγινε την Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018, η αποσφράγιση των προσφορών (σύμφωνα με την προκήρυξη) έγινε στις 8 του ίδιου μήνα και ανάδοχος του έργου αναδείχθηκε ο Ιωάννης Τσούσης, προσφέροντας έκπτωση 61,30%. Έτσι, το συμβατικό αντικείμενο του έργου ανέρχεται στο ποσό των 232.201,22 € (πλέον ΦΠΑ), ενώ η προθεσμία εκτέλεσης του έργου που ορίστηκε ήταν το 8μηνο.

Οι αγωγοί, βόρεια του καταστραφέντα και δίπλα του διασωθέντα ποδηλατόδρομου στην οδό Νέδοντος

Δείτε μερικές σχετικές αναρτήσεις σχετικά με το θέμα:

Δείτε εδώ αναλυτικά στοιχεία του έργου στην ιστοσελίδα της ΔΕΥΑΚ.

Τα έργα για τον αγωγό των ομβρίων στη συμβολή των οδών Νέδοντος και Δημοσθένους και στο βάθος ο… καταστραφείς ποδηλατόδρομος
H τομή από τα έργα των ομβρίων που οδηγεί στον ποδηλατόδρομο

Στις 30/8/2018 που δημοσιοποιήθηκε η διακήρυξη της ανοικτής διαδικασίας για την επιλογή του αναδόχου κατασκευής του έργου υπήρχαν μεταξύ των άλλων το τεύχος τεχνικής περιγραφής και η τεχνική μελέτη του έργου, που σημαίνει ότι πριν ολοκληρωθεί το έργο του ποδηλατόδρομου, κάποιοι γνώριζαν (αφού είχαν εκπονήσει τη μελέτη και το Δ.Σ. της ΔΕΥΑΚ την ενέκρινε) ότι κάτω από τμήμα του θα περνούσαν αγωγό ομβρίων!

Ε, λοιπόν, όταν έφτιαχναν τον ποδηλατόδρομο στη Νέδοντος, με λεφτά των Καλαματιανών, οι μελετητές του αγωγού ομβρίων του Νησακίου, στη ΔΕΥΑΚ και στον Δήμο γνώριζαν, ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι θα τον έσκαβαν, νότια της οδού Δημοσθένους, για να περάσουν κάτω από αυτόν αγωγούς. Κι όμως, ο ποδηλατόδρομος εξακολουθούσε να φτιάχνεται. Και βέβαια δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία, ότι συμβατική υποχρέωση του εργολάβου των ομβρίων είναι να αποκαταστήσει τον ποδηλατόδρομο που θα σκάψει. Αυτός είναι προγραμματισμός! Και σεβασμός στους πολίτες, οι οποίοι πληρώνουμε έργα που μετά από λίγους μήνες τα καταστρέφουν -για να γίνουν άλλα κάτω από αυτά- και μετά να τα «ξαναφτιάξουμε» με… μπαλώματα!

Τι να πει ή να σκεφτεί κανείς…
Τόση ανοργανωσιά, ή πρυτάνευσε η σκέψη “ας κάνουμε κανένα έργο παραπάνω”, ώστε με τη μέθοδο του “ράβε ξήλωνε” να… κτυπήσουμε την ανεργία;

Γ. Ξιάρχος

Αλέξης Χαρίτσης: Αντιδημοκρατικό πισωγύρισμα στην αυτοδιοίκηση

Αλέξης Χαρίτσης: Αντιδημοκρατικό πισωγύρισμα στην αυτοδιοίκηση

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ “ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ” 
Η κυβέρνηση ανατρέπει στην πράξη τη λαϊκή βούληση, η οποία εκφράστηκε μόλις πριν από δύο μήνες στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, τονίζει ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, βουλευτής Μεσσηνίας, Αλέξης Χαρίτσης, αναφερόμενος στο νομοσχέδιο για τις αλλαγές στον Κλεισθένη, οι οποίες, προσθέτει, πισωγυρίζουν την αυτοδιοίκηση με την επιστροφή στο μοντέλο του δημάρχου-ηγεμόνα το οποίο τροφοδοτεί τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις…

Η δήλωση του Αλέξη Χαρίτση έχει ως εξής: “Το πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή συμπυκνώνει την κοινωνικά συντηρητική και οικονομικά νεοφιλελεύθερη αντίληψη της Νέας Δημοκρατίας.

Ειδικά για τον χώρο της αυτοδιοίκησης συνιστά ένα αντιδημοκρατικό πισωγύρισμα.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να ανατρέψει τον Κλεισθένη και να ακυρώσει τη δυνατότητα διαμόρφωσης συναινέσεων σε τοπικό επίπεδο. Είναι απολύτως σαφές ότι το όραμα της Ν.Δ. είναι η επιστροφή στο μοντέλο του δημάρχου-ηγεμόνα, ένα μοντέλο που τροφοδοτεί τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις.

Το γεγονός ότι η Ν.Δ. δεν περίμενε καν να δοκιμαστεί στην πράξη ο Κλεισθένης, αποκαλύπτει τη φοβία της για τη δημοκρατική συμμετοχή και την απλή αναλογική. Το γεγονός όμως ότι ανατρέπει στην πράξη τη λαϊκή βούληση -όπως αυτή εκφράστηκε πριν από 2 μόλις μήνες στις αυτοδιοικητικές εκλογές- φανερώνει κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό: την αντιδημοκρατική αντίληψη της σημερινής κυβέρνησης, καθώς ουσιαστικά ακυρώνει τον ρόλο δημοτικών, περιφερειακών και τοπικών συμβουλίων.

Ο Κλεισθένης είναι μια μεταρρυθμιστική τομή –ενισχύει τα συμβούλια, καλλιεργεί κουλτούρα συνθέσεων, δίνει φωνή και ρόλο στις τοπικές κοινότητες.

Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε η συναίνεση που αρνείται η κυβέρνηση στην αυτοδιοίκηση να διαμορφωθεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο και να αποτρέψει την εφαρμογή αυτής της παλαιοκομματικής, συντηρητικής αντιμεταρρύθμισης.

Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω”.

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό