HABITAT III – Η ΝΕΑ ΑΣΤΙΚΗ AGENDA (2016 – 2036) Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΚΙΤΟ

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ι.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά τον αιώνα που διανύουμε, είναι δεδομένο ότι η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει σε αστικά κέντρα. Εκτιμάται μάλιστα ότι το 54,5 % του πληθυσμού ζει ήδη σε αστικές περιοχές. Η Διάσκεψη του HABITAT III στο Κίτο (Quito), πρωτεύουσα του Ισημερινού (Equador), είναι η πρώτη Διάσκεψη HABITAT που διοργανώθηκε σε μια ιστορική καμπή κατά την οποία η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού είναι αστική. Το γεγονός αυτό κατέστησε τη Διάσκεψη του HABITAT III ακόμη πιο επιτακτική, τόσο στην κλίμακα της παγκόσμιας διακυβέρνησης όσο και στην εθνική.

Συνέχεια ανάγνωσης HABITAT III – Η ΝΕΑ ΑΣΤΙΚΗ AGENDA (2016 – 2036) Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΚΙΤΟ
κοινοποίησε το:

Νίκος Φίλης: Χρειάζεται σχέδιο για αμφίπλευρο άνοιγμα

πηγή: Αυγή

Η νέα διαιρετική τομή (που αντικαθιστά την παλαιότερη Δεξιά – Αντιδεξιά), από τη μια νεοφιλελευθερισμός – εθνικισμός και από την άλλη κοινωνικό κράτος και δημοκρατία, διαμορφώνει τον νέο διπολισμό που αντανακλά την κοινωνική πόλωση ως επακόλουθο των Μνημονίων.

Με ποιο σχέδιο ο ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσει όρους ιδεολογικής ηγεμονίας και προγραμματικών συγκλίσεων σε μια περίοδο τόσο μεταβατική για το πολιτικό σύστημα, αλλά και τόσο απρόβλεπτη για τις κοινωνικές συμπεριφορές και προσδοκίες;

Με ποιο σχέδιο ο ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργήσει όρους ιδεολογικής ηγεμονίας και προγραμματικών συγκλίσεων σε μια περίοδο τόσο μεταβατική για το πολιτικό σύστημα, αλλά και τόσο απρόβλεπτη για τις κοινωνικές συμπεριφορές και προσδοκίες; Πώς θα ξαναγίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα λαϊκό ανάχωμα δημοκρατίας σε μια περίοδο που η παραδοσιακή Δεξιά και κυρίως η Ακροδεξιά ενισχύονται σε ολόκληρη την Ευρώπη;

Η νέα διαιρετική τομή (που αντικαθιστά την παλαιότερη Δεξιά – Αντιδεξιά), από τη μια νεοφιλελευθερισμός – εθνικισμός και από την άλλη κοινωνικό κράτος και δημοκρατία, διαμορφώνει τον νέο διπολισμό που αντανακλά την κοινωνική πόλωση ως επακόλουθο των Μνημονίων. Η αντίθεση Αριστερά – Δεξιά προσλαμβάνει νέο χαρακτήρα με πρωτεύουσα σημασία στη μάχη των ιδεών και της ταυτότητας.

Δεν είναι λοιπόν λύση η παλινδρόμηση σε πολυσυλλεκτικά κόμματα που συγκλίνουν στο κέντρο χωρίς ευκρινείς κοινωνικές αναφορές, κόμματα που ισορροπούν γύρω από ένα αρχηγοκεντρικό μοντέλο. Χρειαζόμαστε κόμματα αρχών που γι’ αυτόν τον λόγο θα είναι ικανά να δημιουργούν κοινωνικές – πολιτικές συμμαχίες και τελικά ένα μεγάλο πλειοψηφικό ρεύμα, εμπνέοντας πρώτα και κύρια τους νέους, δίνοντας φωνή στον κόσμο των «από κάτω».

Μέσα στο ανάγλυφο του νέου διπολισμού, η Αριστερά δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τον χώρο του Κέντρου, αν και πρέπει να επηρεάσει ένα μεγάλο μέρος του προς την κατεύθυνση της προοδευτικής ανασυγκρότησής του. Πάντοτε ελλοχεύει το φάντασμα της «ιταλοποίησης».

Η διάλυση της ιταλικής Αριστεράς επισυνέβη μετά από μια σύντομη περίοδο ψευδαισθήσεων κυβερνητικής πρωτοβουλίας, καθώς η μεγάλη ιστορική παράδοση της Αριστεράς ανεπαισθήτως «κεντροποιήθηκε» με τις γνωστές επιπτώσεις, κυριότερη από τις οποίες είναι η ενίσχυση της Ακροδεξιάς τύπου Σαλβίνι.

Δεν τρέχω, ούτε μεταφέρω μηχανιστικά τις εμπειρίες. Οφείλουμε όμως να ακούσουμε ανησυχίες και εύλογα ερωτήματα που δημιουργούνται με αφορμή π.χ. τον τελευταίο «μικρό ανασχηματισμό». Δεν αναφέρομαι κυρίως στην κριτική στα πρόσωπα, που κι αυτή έχει τη σημασία της, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχει συζητηθεί και συνομολογηθεί στο κόμμα και στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς το αναγκαίο σχέδιο για συγκλίσεις με προοδευτικές δυνάμεις στο έδαφος των αριστερών αξιών και προγραμματικών προτάσεων.

Και έτσι άθελά μας βοηθούμε την προπαγάνδα των αντιπάλων μας, που θέλουν να συκοφαντήσουν την Αριστερά ότι ενδίδει στην Κίρκη της εξουσίας. Μια τέτοια εικόνα μας απομακρύνει από τον ζωτικό χώρο εκατομμυρίων συμπολιτών μας κι ανάμεσά τους ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι παρακολουθούν με κριτική στάση ή και απόσταση την προσπάθειά μας και είναι πιθανό με τέτοιες κινήσεις να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο.

Η ανασυγκρότηση του προοδευτικού πόλου περνάει μέσα από αμφίπλευρο άνοιγμα αφενός προς την Αριστερά και αφετέρου προς τις διάφορες εκδοχές της Κεντροαριστεράς, αρκεί βέβαια το ένα άνοιγμα να μην ακυρώνει το άλλο.

* Ο Νίκος Φίλης είναι βουλευτής Α’ Αθήνας και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

κοινοποίησε το:

Υδραίος: Οι πολιτικές συμμαχίες του ΣΥΡΙΖΑ

Μιχάλης Υδραίος* 0 ΣΧΟΛΙΑ

Πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε με πραγματικούς πολιτικούς όρους να διαμορφωθεί μια πολιτική συμμαχία με όμορες πολιτικές δυνάμεις.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι πλέον πραγματικότητα, η Ελληνική Δημοκρατία συνορεύει με τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και η προοπτική της συνεργασίας, της συνανάπτυξης και της σταθερότητας αποτελεί τη νέα πραγματικότητα στην εύθραυστη περιοχή της Βαλκανικής.

Για να φτάσουμε σε αυτήν τη νέα και ελπιδοφόρα πραγματικότητα, απαιτήθηκε οι δυνάμεις του διεθνισμού, του αριστερόστροφου ευρωπαϊσμού, του ορθού λόγου να συγκρουστούν με τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης, του εθνικισμού, του φασισμού. Ομολογουμένως ήταν μια πρωτόγνωρη σκληρή σύγκρουση, καθώς η αξιωματική αντιπολίτευση και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. συντάχθηκαν με ακραίες απόψεις νομιμοποιώντας ακραίες πρακτικές των «ψευδομακεδονομάχων».

Σε αυτήν τη συγκυρία, με αποφασιστικότητα, η κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις της Κεντροαριστεράς, αλλά και δυνάμεις που στην πολιτική ανθρωπογεωγραφία βρίσκονται στα «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, διαθέτοντας όμως την ικανότητα να επιλέγουν κάθε φορά το μείζον, πέτυχαν έναν πολιτικό άθλο σπάνιο, αν όχι μοναδικό, στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας. Ειλικρινά αδυνατώ να εντοπίσω μια αντίστοιχη επιτυχία στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, όπου ο ελληνικός εθνικισμός και ανορθολογισμός να έχει υποστεί μια αντίστοιχη πολιτική ήττα.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ή να υποτιμήσουμε τον αντίπαλο και τα επιχειρήματά του, που δυστυχώς βρίσκουν ευήκοα ώτα σε μια κοινωνία με ισχυρά συντηρητικά αντανακλαστικά, καθώς και τους υπαρκτούς κινδύνους που σχετίζονται με τη μετατόπιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε θέσεις που όλο και περισσότερο θυμίζουν Ορμπαν και Σαλβίνι.

Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό -και δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε το γεγονός- ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να σπάσει μια ιδιότυπη πολιτική απομόνωση από τους όμορους πολιτικούς του χώρους, που είχε διαμορφωθεί την περίοδο κυριαρχίας της αντίθεσης «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», περίοδος που μετά τη λήξη του δημοσιονομικού προγράμματος ανήκει στο παρελθόν. Αποτέλεσμα αυτής της κυρίαρχης αντίθεσης ήταν και η αφύσικη, υπό όρους κανονικότητας, κυβερνητική συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛΛ.

Αυτά όμως ανήκουν στο όχι μακρινό παρελθόν. Πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε με πραγματικούς πολιτικούς όρους να διαμορφωθεί μια πολιτική συμμαχία με όμορες πολιτικές δυνάμεις, είτε με ομάδες και προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς είτε με αντίστοιχες συνευρέσεις από τον ευρύτερο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες υπάρχουν προφανώς πολιτικές διαφορές, αλλά και ισχυρές συγκλίσεις, καθώς και κοινός παρονομαστής ώστε να διαμορφωθεί μια ευρύτερη συμμαχία από διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες στις νέες συνθήκες θα διεκδικήσουν την προστασία του κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της ανεργίας και την προστασία της εργασίας, τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την άσκηση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα εμπεδώνει τον σταθεροποιητικό και φιλειρηνικό ρόλο της χώρας μας στην ευρύτερη περιοχή.

Σε αυτήν την πολιτική συμμαχία ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να είναι κομβικός, χωρίς όμως να υποκύπτει στον πειρασμό του ηγεμονισμού και των τακτικισμών και κυρίως χωρίς να προσδίδεται στην πολιτική ζωή το πρόσημο της συναλλαγής και μιας υπεραγοράς πολιτικών προσώπων.

Σε αυτό το σημείο δεν επιθυμώ να κρίνω ευρύτερα υπαρκτά ζητήματα που προκύπτουν με την επιλογή στον πρόσφατο ανασχηματισμό των κυρίων Τόλκα και Μωραΐτη.

Νομίζω όμως ότι σε μια φάση όπου απαιτείται η μέγιστη αποφασιστικότητα από την πλευρά μας, όπου θα ήταν απολύτως φυσικό να αξιοποιηθεί περιορισμένος ανασχηματισμός στην κατεύθυνση της ενδυνάμωσης αυτής της δυναμικής και να αξιοποιηθούν πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στη σύγκρουση για το Μακεδονικό με θετικό πρόσημο, προέκυψε η υφυπουργοποίηση ενός προσώπου στελέχους του ΚΙΝ.ΑΛΛ. έως τον Οκτώβριο του 2018 και μάλιστα σε ένα ειδικού βάρους υπουργείο όπως αυτό της Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Ομως η δημοσιοποίηση ενός βίντεο από μια πρόσφατη συνέντευξη του υφυπουργού πλέον Μεταναστευτικής Πολιτικής, στην οποία φαίνεται να επαναλαμβάνει τα γνωστά μονότονα, προσχηματικά, βαθιά συντηρητικά και εθνικοκεντρικά επιχειρήματα για παραχώρηση μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας, με τρόπο που δεν διαφοροποιείται από την επιχειρηματολογία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και της πολιτικά ανεπαρκούς ηγεσίας του ΚΙΝ.ΑΛΛ., διαμορφώνει πολλά και σοβαρά ερωτήματα για τη συγκεκριμένη επιλογή. Πολύ περισσότερο όταν είναι απολύτως γνωστή και σαφής η κόκκινη γραμμή της συντηρητικής αντίληψης που συνδέει τις απόψεις για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας με την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος.

Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να ανησυχήσουμε, με δεδομένο ότι η μέχρι τώρα στάση της χώρας μας, της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας έχουν διαμορφώσει την ελληνική ιδιαιτερότητα της αλληλέγγυας κοινωνίας, εντός ενός ξενοφοβικού και ρατσιστικού ευρωπαϊκού περιβάλλοντος.

Οι δυνάμεις που το δύσκολο καλοκαίρι του 2015 στήριξαν την κυβερνητική πολιτική της αλληλεγγύης και της αντιμετώπισης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας θα είναι εδώ και την επόμενη ημέρα τα προτάγματα αυτών των δυνάμεων ελπίζουμε ότι θα τα αφουγκραστεί και ο νέος υφυπουργός.

* μέλος Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ

κοινοποίησε το:

Καλαμάτα: Ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του σιδηροδρόμου.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Καλαμάτα: Ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του σιδηροδρόμου.

Το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του σιδηροδρομικού δικτύου μέχρι την Καλαμάτα, επανέρχεται, καθώς έργα αναβάθμισης της σιδηροδρομικής γραμμής από την Πάτρα μέχρι την Καλαμάτα, θα δημοπρατηθούν μέσα στο 2019, σύμφωνα με τα όσα είπε ο υπουργός Υποδομών Χρήστος Σπίρτζης στο 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Πελοποννήσου, που πραγματοποιήθηκε στην Ολυμπία.


Σύμφωνα με τον υπουργό Υποδομών, μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2019 έχει προγραμματιστεί η δημοπράτηση δυο έργων συνολικού προϋπολογισμού 600 εκατομμυρίων που συνδέουν τον άξονα Πάτρα – Πύργος – Καλαμάτα.  Το ένα έργο είναι η αναβάθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής στα τμήματα Πάτρα – Πύργος – Αλφειός – Ολυμπία και Πύργος – Κατάκολο συνολικού μήκους 132 χιλιομέτρων. Η δημοπράτηση θα γίνει εντός του 2ου τριμήνου του 2019 καθότι είναι έτοιμο από πλευράς όλων των απαραίτητων οριστικών μελετών και αδειοδοτήσεων. Το δεύτερο έργο αφορά την αναβάθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής στα τμήματα Αλφειός – Καλό Νερό – Κυπαρισσία και Καλό Νερό – Πύργος συνολικού μήκους 118 χιλιομέτρων. Ο κ. Σπίρτζης σημείωσε ότι οι σχετικές μελέτες ήδη ολοκληρώνονται.
Φιλάνθη Λάγιου
ert.gr

κοινοποίησε το:

Διαδρομή πρασίνου με φόντο τον Iλισό

Εικόνες σαν και αυτή, του ανοιχτού Ιλισού στο κέντρο της Αθήνας, φιλοδοξεί να αναβιώσει η πρόταση της «Ανάπλασης Αθήνας Α.Ε.» για αποκάλυψη της κοίτης του ποταμού σε μήκος 1,2 χλμ. και δημιουργία γραμμικού πάρκου, που θα ενώσει το Ολυμπιείο με το ΕΜΣΤ στο Φιξ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Για πολλούς, η κάλυψη του ποταμού Iλισού ήταν ένα από τα πολλά «εγκλήματα» που συντελέστηκαν στην Αθήνα στο όνομα της προόδου. Στην εποχή της βέβαια, θεωρήθηκε ένα σημαντικό έργο υποδομής, ακόμα ένα βήμα «εκμοντερνισμού» της πρωτεύουσας, που επικύρωνε την επερχόμενη μονοκρατορία του αυτοκινήτου. 

Περισσότερο από 60 χρόνια μετά, η αποκάλυψη ενός τμήματος της κοίτης του μπαίνει στη δημόσια συζήτηση, αλλά με τον πλέον αναπάντεχο τρόπο: λόγω της σημαντικής διάβρωσης που έχει υποστεί ο υπόγειος αγωγός. Η αποκάλυψη του Iλισού θα σημάνει τη δημιουργία ενός γραμμικού πάρκου, μήκους 1,2 χιλιομέτρου, που θα ενώσει τον αρχαιολογικό χώρο του Ολυμπιείου με το –αποκομμένο σήμερα– ΕΜΣΤ στο Φιξ.

Η πρόταση ανήκει στην «Ανάπλαση Αθήνας Α.Ε.», το σχήμα που δημιουργήθηκε πέρυσι ως «διάδοχο» της Εταιρείας Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων (ΕΑΧΑ). «Η κάλυψη του Iλισού ολοκληρώθηκε τις δεκαετίες ’50 και ’60», λέει ο Νίκος Μπελαβίλας, πρόεδρος της «Ανάπλαση» και αναπλ. καθηγητής αστικού σχεδιασμού στο ΕΜΠ. «Επί μισό αιώνα, ο κλειστός αγωγός παρέμεινε χωρίς συντήρηση. Επιπλέον, η ΕΥΔΑΠ και άλλοι φορείς τον “έσπαγαν” πολλές φορές για να περάσουν τα δίκτυά τους, κάνοντας “μπαλώματα”. Κάπως έτσι φθάσαμε πέρυσι τον Οκτώβριο στην απόφαση να σταματήσει η διέλευση του τραμ πάνω από το τελευταίο τμήμα, που κρίθηκε επικίνδυνο στατικά. Η ιδέα μας λοιπόν ξεκίνησε από εκεί: γιατί να διαθέσουμε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για την ανακατασκευή του επικίνδυνου τμήματος της εγκιβωτισμένης κοίτης του Iλισού και να μην την αποκαλύψουμε με πολύ λιγότερα χρήματα;».

Η πρόταση της «Ανάπλαση Αθήνας» είναι να ανοιχτεί και πάλι η κοίτη του ποταμού κάτω από την οδό Καλλιρρόης, στο τμήμα από τη συμβολή με την Αρδηττού μέχρι το Φιξ. «Να δημιουργηθεί μια πράσινη και γαλάζια διαδρομή που να ξεκινάει από την Αγία Φωτεινή, όπου βρίσκεται και το μοναδικό τμήμα της αρχαίας κοίτης που σώζεται, και να καταλήγει 1,2 χλμ. μετά στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ενα γραμμικό πάρκο πλάτους 30-40 μέτρων που θα πλημμυρίζει τον χειμώνα και θα μένει ξηρό το καλοκαίρι. Το έργο αυτό θα λειτουργήσει θετικά με πολλούς τρόπους, όχι μόνο ως διαδρομή πρασίνου και αντιπλημμυρικό έργο, αλλά και ως ένας περίπατος που θα συνδέσει το αποκομμένο σήμερα ΕΜΣΤ με τον μεγάλο περίπατο». Η ανάγκη προώθησης των έργων είναι επιτακτική. «Αν καταρρεύσει η σήραγγα του Iλισού, θα φράξει την πορεία του νερού και θα πλημμυρίσει ολόκληρο το κέντρο», λέει ο κ. Μπελαβίλας. «Είναι ένα ενδεχόμενο που κανείς μας δεν θέλει να σκεφθεί».

Η ιδέα προτάθηκε στους υπουργούς Υποδομών και Πολιτισμού, καθώς και στην Περιφέρεια Αττικής. Κατόπιν ιδρύθηκε μια ομάδα εργασίας στην οποία συμμετέχει ο Δήμος Αθηναίων και η «Αττικό Μετρό» (που είναι υπεύθυνη για το τραμ). Η παραλλαγή που εξετάζεται για τη διαδρομή του τραμ είναι να εισέρχεται χαμηλότερα στη λεωφόρο Συγγρού από το ύψος του Φιξ (από την οδό Κασομούλη στην Καλλιρρόης και μέσω της οδού Φρατζή να στρίβει στη λεωφόρο Συγγρού) και ακολούθως στη λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας έως το Σύνταγμα. Η λύση αυτή θα «απελευθερώσει» τη Βασιλίσσης Ολγας από τη διέλευση του τραμ και θα κάνει ευκολότερο το σχέδιο πεζοδρόμησής της.

Πεζοδρόμηση Βασ. Ολγας

Αν βέβαια η πρόταση αυτή προχωρήσει, θα ήταν μια καλή ευκαιρία να συνδυαστεί με την πεζοδρόμηση της Βασιλίσσης Ολγας, που θα ενοποιήσει τον αρχαιολογικό χώρο του Ολυμπιείου με το Ζάππειο και τον Εθνικό Κήπο. Η πεζοδρόμηση έχει μελετηθεί από την ΕΑΧΑ, ως κομμάτι του «μεγάλου περιπάτου» και θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, ωστόσο «ατύχησε» καθώς ζητήθηκε από τον Οργανισμό Αθήνα 2004 να παραμείνει σε κυκλοφορία. Το έργο επανήλθε στο προσκήνιο το 2010-11, οπότε και η μελέτη επικαιροποιήθηκε και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο το 2012.

Η σχεδιαζόμενη επέμβαση, όπως έχει μελετηθεί, θα δημιουργήσει έναν χώρο 20 στρεμμάτων στο πνεύμα της ΕΑΧΑ, με λιτές αρχιτεκτονικές χειρονομίες, έμφαση στη φύτευση και περιορισμένες νέες κατασκευές με στόχο ο χώρος να μένει ζωντανός το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας. Το έργο είχε εκτιμώμενο προϋπολογισμό 3,5 εκατ. ευρώ (ένα ποσό που δεν θεωρείται απαγορευτικό), αλλά πέρασε σε δεύτερη μοίρα όπως και τα υπόλοιπα έργα ανάπλασης που προωθούνταν την εποχή που ξεκίνησε η οικονομική κρίση.

Κάλυψη με επίκληση κινδύνου επιδημιών

«Σήμερον θάπτομεν τον Ιλισσόν». Η φράση του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά κατά τη θεμελίωση των έργων κάλυψης του ποταμού το 1939 έμεινε στην ιστορία, ωστόσο, δεν επρόκειτο για την πρώτη παρέμβαση που γινόταν στη φυσική κοίτη του Ιλισού.

Το ποτάμι, που πηγάζει από τον Υμηττό, δέχθηκε την πρώτη μεγάλη παρέμβαση στις αρχές του 20ού αιώνα. Επρόκειτο για την εκτροπή της κοίτης του ανάμεσα στην Καλλιθέα και στο Μοσχάτο, ώστε να εκβάλει στον φαληρικό όρμο (και όχι στον Κηφισό, όπου αρχικά κατέληγε).

Η κάλυψη του Ιλισού στο κέντρο της Αθήνας συνδέθηκε αρχικά με την κατασκευή του αποχετευτικού συστήματος της πρωτεύουσας. Η πρώτη μελέτη αφορούσε τη διευθέτησή του σε κλειστό αγωγό από τη σχολή Χωροφυλακής έως την οδό Σταδίου.

Τα έργα αυτά ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’30. Οι λόγοι που οδήγησαν στην πλήρη κάλυψη του ποταμού είναι πολλοί: σύμφωνα με τους μελετητές της ιστορίας του Ιλισού, προβαλλόταν ο κίνδυνος επιδημιών λόγω των ακάθαρτων στάσιμων υδάτων του.

Ωστόσο, πολλοί υποστηρίζουν ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε και το οικονομικό συμφέρον, καθώς η κάλυψη ήταν ένα «μεγάλο έργο» με πολλούς ισχυρούς υποψήφιους μνηστήρες.

Ο ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλου είχε πει για την κάλυψη του Ιλισού ότι «πρόκειται περί καταστροφής δευτέρας μετά την του Παρθενώνος, με την διαφοράν ότι εκείνον μεν τον κατέστρεψαν ξένοι, αυτόν δε πρόκειται να τον καταστρέψουν Ελληνες, ως τοιούτοι τουλάχιστον φέρονται εις τα μητρώα των αρρένων».

Σύγχρονες λεωφόροι

Τα έργα διευθέτησης και κάλυψης του Ιλισού ξεκίνησαν και πάλι τη δεκαετία του ’50 και ολοκληρώθηκαν μία δεκαετία αργότερα, στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» της πρωτεύουσας. Αυτή τη φορά η κάλυψη του ποταμού εξυπηρέτησε τη δημιουργία «σύγχρονων» λεωφόρων, που θα εξυπηρετούσαν τον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό αυτοκινήτων.

Στη θέση του Ιλισού δημιουργήθηκαν η οδός Μιχαλακοπούλου, η Βασιλέως Κωνσταντίνου μπροστά από το Παναθηναϊκό Στάδιο, η Καλλιρρόης. Απέμεινε μόνο ένα μικρό ανοιχτό τμήμα (περί τα 200 μέτρα) κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, στην πίσω πλευρά του αρχαιολογικού χώρου του Ολυμπιείου, το οποίο σύλλογοι της περιοχής (όπως ο σύλλογος «Ο Αρδηττός») προσπαθούν επί χρόνια να διασώσουν και να αναδείξουν.

Πηγή: Διαδρομή πρασίνου με φόντο τον Iλισό, του Γιώργου Λιάλιου | Kathimerini

κοινοποίησε το:

Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά

Κύρκος Δοξιάδης* 0 ΣΧΟΛΙΑ

Εφόσον η Κεντροδεξιά έχει γίνει σχεδόν (;) Ακροδεξιά και στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στη ριζοσπαστική Αριστερά, δεν μπορεί να μην υπάρχει Κεντροαριστερά.

Μετά το «διαζύγιο» με τους ΑΝ.ΕΛΛ., το παλαιόθεν κρίσιμο για τον ΣΥΡΙΖΑ πρόβλημα της αναζήτησης συμμαχικών δυνάμεων στον προοδευτικό χώρο αναμενόμενο ήταν πως θα αποκτούσε όχι πλέον απλώς κρίσιμη αλλά και επείγουσα σπουδαιότητα. Ταυτόχρονα, η ολοένα και εμφανέστερη μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας προς την ακροδεξιά πλευρά του ιδεολογικο-πολιτικού φάσματος δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το «κενό» μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων χάσκει αγεφύρωτο, αναμένοντας τον ενδιάμεσο φορέα που, εν μέρει έστω, θα το επικαλύψει. Με πιο απλά λόγια, εφόσον η Κεντροδεξιά έχει γίνει σχεδόν (;) Ακροδεξιά και στον βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στη ριζοσπαστική Αριστερά, δεν μπορεί να μην υπάρχει Κεντροαριστερά.

Και όμως. Οι πολιτικές δυνάμεις που τοποθετούνται στο φάσμα Αριστερά-Δεξιά δεν ορίζονται επί τη βάσει μιας τυπικής λογικής ταξινομίας, όπως θα ήθελε μια θετικιστική προσέγγιση της πολιτικής. Συγκροτούνται ή δεν συγκροτούνται με ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή ανάλογα με τις ανάγκες και στρατηγικές επιλογές των ταξικών και ευρύτερα κοινωνικών δυνάμεων που προκύπτουν στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες.

Αν με τον όρο «Κεντροαριστερά» εννοούμε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία (και κατά κανόνα αυτό εννοούμε), τούτη προέκυψε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών, ίσως ανεπανάληπτης στην ευρωπαϊκή Ιστορία, που η «χρυσή της εποχή» δεν κράτησε παραπάνω από δυόμισι δεκαετίες.

Η «Κεντροαριστερά», ήτοι η Σοσιαλδημοκρατία, ήταν η πολιτική έκφραση όχι των συμφερόντων των «μεσαίων τάξεων», αλλά αυτής ακριβώς της κοινωνικής συναίνεσης, που με τη σειρά της υπήρξε το αποτέλεσμα ενός ευρύτερου συμβιβασμού μεταξύ των αντικρουόμενων στρατηγικών των ανώτερων και των κατώτερων τάξεων, στις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η εν λόγω συναίνεση στο πολιτικό επίπεδο εκδηλωνόταν και από το γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος και ο κεϊνσιανός παρεμβατισμός ήταν πρακτικές που σε σημαντικό βαθμό ενστερνίζονταν και τα «καθαυτό αστικά», φιλελεύθερα και συντηρητικά κόμματα.

Οταν άρχισε να επικρατεί ο νεοφιλελευθερισμός σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, τούτος επίσης στηρίχτηκε σε μια συναίνεση – επίπλαστη και επισφαλή βέβαια, όπως αποδείχτηκε με το που ξέσπασε η κρίση κατά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η «ειρωνεία της Ιστορίας» είναι πως η εν λόγω «συναίνεση» επιτεύχθηκε προς την αντίστροφη ιδεολογικο-πολιτική κατεύθυνση των πολιτικών φορέων. Σαν να «χρώσταγε» η Κεντροαριστερά στα κεντροδεξιά και δεξιά κόμματα και συνέβαλε με τη σειρά της, κατά τρόπο καταλυτικό κιόλας θα λέγαμε, στην εγκαθίδρυση της νέας -νεοφιλελεύθερης αυτή τη φορά, έστω πρόσκαιρης και επισφαλούς- συναίνεσης, ασπαζόμενη στο πρόγραμμά της, πρακτικά και θεωρητικά, το νέο δόγμα.

Η υπαρξιακών διαστάσεων κρίση που διέρχονται τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατά τα τελευταία χρόνια –με πιο δραματικό τρόπο στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ για λόγους που είχα εξηγήσει σε παλαιότερα άρθρα μου- δεν έχει λοιπόν να κάνει απλώς με τη δυσαρέσκεια των κοινωνικών στρωμάτων που φιλοδοξούσαν να εκπροσωπούν, αλλά πρώτιστα με το ότι εξέλιπε η κοινωνική συναίνεση της οποίας αποτελούσαν την κύρια πολιτική έκφραση.

Επιπλέον, η δική τους πολιτική, η πολιτική του κοινωνικού κράτους και των φιλολαϊκών δημοσιονομικών μέτρων, δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, η πολιτική της συναίνεσης που υπήρξε πριν από μερικές δεκαετίες, για τον απλούστατο λόγο ότι, πριν από τη Σοσιαλδημοκρατία, την είχε έμπρακτα αποκηρύξει το ίδιο το καπιταλιστικό καθεστώς.

Ακολουθώντας μια πορεία αντίστροφη προς εκείνη των κομμάτων που κάποτε την υιοθετούσαν, η πολιτική που τώρα στοχεύει στην αποκατάσταση του καθημαγμένου κοινωνικού κράτους και στη βαθμιαία άρση της λιτότητας, στις συνθήκες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, δεν μπορεί παρά να είναι η πολιτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς – με αναπόφευκτα αντικαπιταλιστικό πρόσημο, που σημαίνει με αντι-συναινετικό χαρακτήρα, για όσο ο καπιταλισμός θα εξακολουθεί να παραμένει αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή για άγνωστο μέχρι πότε.

Η «διεύρυνση» του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε επίπεδο προσωπικοτήτων μπορεί να προσλάβει κυρίως δύο μορφές. Η μία είναι εκδηλώσεις όπως εκείνη στο Μέγαρο Μουσικής με θέμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η άλλη είναι υπουργοποιήσεις στελεχών που δεν ανήκαν στο κόμμα (υπό την προϋπόθεση πως είναι όντως άξια και δεν είχαν εκτεθεί στο πολύ πρόσφατο παρελθόν με άδικη πολεμική εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, εννοείται).

Ανοιγμα «προς την Κεντροαριστερά» δεν υπάρχει. Οσοι συνεργάζονται ή συνασπίζονται με τη ριζοσπαστική Αριστερά, είτε ως προσωπικότητες είτε ως απλοί ψηφοφόροι, σημαίνει ότι συμφωνούν με κάποιες από τις αρχές που τώρα σηματοδοτούν και χαρακτηρίζουν ως τέτοια τη ριζοσπαστική Αριστερά.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών TAGS

κοινοποίησε το:

Για την προοδευτική συμπαράταξη


Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη

H εισήγηση του αρθρογράφου και πρώην πανεπιστημιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Γιατζόγλου στην εκδήλωση του ΕΝΑ με θέμα «Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη» →

O τίτλος της εκδήλωσης και οι συνοδευτικές παρατηρήσεις των διοργανωτών της οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σ’ ένα κεντρικό ερώτημα: Θα μεταφραστεί το αίτημα για μια «Προοδευτική συμπαράταξη» σ’ ένα εγχείρημα στρατηγικού βάθους, ή θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα πολιτικού τακτικισμού, ένα βραχύβιο «πολιτικό must» που θα καταναλωθεί μέσα στα όρια της αυτοαναφορικότητάς μας; Για όσους πιστεύουν στην αναγκαιότητά του κι έχουν εκφράσει τη βούληση να συμμετάσχουν στην υλοποίησή του, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Αυτό σημαίνει βεβαίως επίγνωση ότι το εγχείρημα είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Προϋποθέτει έναν ακριβολογημένο διάλογο, προκειμένου να οριστούν μια πολιτική ατζέντα κι ένα Πολιτικό Πρόγραμμα μακράς πνοής. Ενα διάλογο που δεν θα σπρώξει κάτω από το χαλί κρίσιμα ζητήματα. Έχει ανάγκη από πολιτικές και ηθικές δεσμεύσεις που θα αντέξουν στη διάβρωση από φιλοδοξίες και ιδιοτέλειες. Αν η έναρξη της απόπειρας κρίνεται αναγκαίο να σηματοδοτηθεί με υπουργοποιήσεις ή με τη συμμετοχή προσώπων στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογικές μάχες, αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο κανόνας ούτε η μέθοδος.

Η βούληση επίσης αποτελεί απαράγραπτο συστατικό της προσπάθειας αλλά δεν αρκεί. ͘ Η βουλησιαρχία καταλήγει καμιά φορά να προτείνει τον εαυτό της ως απάντηση στα προβλήματα. Και μπορεί να μετατρέψει ένα Πολιτικό Σχέδιο σε «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από την κοινωνική συνέργεια. Θεωρώ λοιπόν ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η διατύπωση εκείνων των πολιτικών και προγραμματικών ερωτημάτων, που θα ανοίξει τον διάλογο, θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει αδρανείς σήμερα δυνάμεις και θα προκαλέσει μια «ενεργό κοινωνική ζήτηση» για το εγχείρημα. Η συσπείρωση και η ενεργοποίηση μιας κρίσιμης για το εγχείρημα κοινωνικής μάζας έχει ανάγκη από ένα σαφές πλαίσιο ιδεών και αξιών. Δεν θα πραγματοποιηθεί με τη «διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων, αμφίβολης πολιτικής και ηθικής δέσμευσης».


Δημήτρης Γιατζόγλου

Θέλω τέλος, στο σημείο αυτό και πριν περάσω στη διατύπωση κάποιων σκέψεων για προγραμματικά και οργανωτικά προβλήματα που αφορούν το εγχείρημα, να πω τη γνώμη μου για ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό:

Ο κατά σύμβαση θεωρούμενος «προοδευτικός χώρος» δεν καθορίζεται οντολογικά. Σηματοδοτείται  ως τέτοιος, με βάση τη στάση του απέναντι στα κυρίαρχα επίδικα κάθε ιστορικής φάσης και συγκυρίας. Και έτσι νοηματοδοτείται,  ενοποιείται ή διχάζεται, διαλύεται και ανασυγκροτείται κατά περίπτωση. Δεν έχει σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια σύνθεση όπως πριν από την κρίση. Ο επικαθορισμός από τις επιλογές – στρατηγικές ή βραχυπρόθεσμες – αποδεικνύεται ισχυρότερος από την ιστορικότητα της ταυτότητας των συνιστωσών του. Η ετερονομία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάληψη ενεργητικής στήριξης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας είναι παραδειγματική. «Ξεχάσαμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελείται από ισολογισμούς αλλά από ανθρώπους» δήλωνε το 2017 ο Αυστριακός καγκελάριος (όπως ας πούμε ξεχνάει κάποιος τα κλειδιά του στο τραπέζι φεύγοντας από το σπίτι). Να χαιρετήσουμε λοιπόν το «κλίνατε επ’ αριστερά» του SPD. Aλλά να μη συζητήσουμε για την επιλεκτική του μνήμη και το χρόνιο «κλίνατε επί δεξιά»;

Και εις τα καθ’ ημάς: Βεβαίως να «αναστοχαστούμε αυτοκριτικά» εμείς του ΣΥΡΙΖΑ την προκυβερνητική και την κυβερνητική μας περίοδο και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις και τα λάθη αυτής της ενιαίας πορείας. Αλλά ταυτόχρονα να θυμηθούμε και να σκεφτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των κεντροαριστερών δυνάμεων επέλεξε (και συνεχίζει να επιλέγει) την ανασυγκρότησή του ως παραπλήρωμα της Δεξιάς και σε μετωπική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υιοθετώντας το δόγμα της στρατηγικής σύγκλισης με τη ΝΔ, καθώς – σύμφωνα με την «θεωρητική απόφανση» του Ε. Βενιζέλου το 2014–  περιθώρια για σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές και αξιακές επιλογές στην οικονομία δεν υπάρχουν.

Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ισοζύγιο λαθών και δεν θεωρώ μια γενικευμένη συζήτηση για το παρελθόν ως προαπαιτούμενο της σύγκλισης. Πιστεύω όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, ανασυγκροτούμενος σήμερα με την επιχειρούμενη συμπαράταξη, πρέπει να απορρίψει την ταύτιση της «οικονομικής και πολιτικής κανονικότητας», εδώ και στην Ευρώπη, με τις πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της περιορισμένης δημοκρατίας.

Θέλουμε λοιπόν να συγκροτήσουμε και πάλι τον, πολιτικά κατακερματισμένο και ιδεολογικά αφοπλισμένο, προοδευτικό χώρο ως πολιτικό υποκείμενο. Δηλαδή να του προσδώσουμε ταυτότητα και ικανότητα πολιτικού πράττειν. Να τον επανασυνδέσουμε με τις ζωτικές κοινωνικές του αναφορές. Να περάσουμε, από μια χαλαρή μετωπική συμπαράταξη επιλεκτικών παρεμβάσεων, σε μια οργανική συμμαχία, φορέα ενός Πολιτικού Σχεδίου που, με εκκίνηση τη συγκυρία, θα εγγραφεί στη στρατηγική προοπτική ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας». Δεν θα είναι εύκολο, καθώς αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα συγκροτείται ενοποιώντας άλλα πολιτικά υποκείμενα – κόμματα και συλλογικότητες με συνεκτικότερες ταυτότητες – και θα πρέπει να αθροίσει παραγωγικά διαφορετικές πολιτικές καταγωγές και ευαισθησίες, επινοώντας τη δύσκολη διαλεκτική ενότητας/αυτονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έχει εκ των πραγμάτων τη βασική ευθύνη. Και πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί άμεσα, με ιεραρχήσεις  των απαραίτητων βημάτων. Θα ήταν νομίζω πολύ χρήσιμο να συμπεριλάβει στην κομματική δομή ένα κέντρο που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του εγχειρήματος: Τις επαφές και τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες, την πολιτική ατζέντα, τις προγραμματικές αιχμές και τις μορφές ενός δημόσιου διαλόγου. Και να απευθύνει ένα κάλεσμα σε κάθε ενδιαφερόμενο από τον πολύχρωμο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων από τον χώρο της Αριστεράς και της οικολογίας, για μια συνδιαμόρφωση της πορείας συγκρότησης του προοδευτικού πόλου.

Αν η αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους έστω, αρχικής οργανωτικής διεύθυνσης του εγχειρήματος είναι προφανής, ο βασικός του πυλώνας είναι το Πολιτικό του Σχέδιο, ως πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου πέντε βασικά και αλληλένδετα πεδία παρέμβασης στα οποία θα εκδηλωθεί η αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις: Η ανάσχεση της λιτότητας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους – η δημοκρατική αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος – το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για τη χώρα – η αναβάθμιση του ρόλου του κόσμου της εργασίας – ο φραγμός στην ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Και όλα αυτά με πολιτικές που δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ενός κεντρώου πολυσυλλεκτισμού, αλλά αναπαράγουν και επικαιροποιούν διαρκώς την ιστορική τομή Αριστεράς/Δεξιάς.

Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής ατζέντας πρέπει να αποτυπωθεί σ΄ ένα συγκεκριμένο και επεξεργασμένο Πρόγραμμα που δεν είναι αυτή τη στιγμή δεδομένο. Ένα Πρόγραμμα που πρέπει να συμπεριλάβει μικρά και μεγάλα ζητήματα, τα οποία στην ενότητά τους διαμορφώνουν τον ορίζοντα της «Μεγάλης», όπως την αποκαλεί ο Γκράμσι, πολιτικής, αυτής που κινητοποιεί τη σκέψη και το πάθος των ανθρώπων.

Ένα Πρόγραμμα που θα αναφέρεται έστω και ενδεικτικά στα παγκόσμια προβλήματα: Της κλιματικής αλλαγής – Των σαρωτικών αλλαγών στην παραγωγή και των συνεπειών τους στις εργασιακές σχέσεις – Της δυνατότητας να ελεγχθούν στοιχειωδώς δημοκρατικά οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – Την άρνηση να λειτουργούν οι Αγορές ως οιονεί πολιτικά υποκείμενα – Την διαφοροποίηση της ανάπτυξης από την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα Πρόγραμμα που θα κατανοεί ότι ο δανεισμός από τις Αγορές χρήματος και οι ξένες επενδύσεις, ως αποκλειστικά εργαλεία μεγέθυνσης, δεν εγγυώνται την παραγωγική ανασυγκρότηση αλλά προδιαγράφουν την επιστροφή στη δυστοπία της «δανεικής ευημερίας», στο πρότυπο μιας κοινωνίας που αναπληρώνει τη μειωμένη παραγωγή αξιών με την «παραγωγή» προστιθέμενης αξίας.

Ένα Πρόγραμμα που, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, πρέπει να αναμετρηθεί με μέτρα και πολιτικές μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης που εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη μεταμνημονιακή περίοδο. Όπως για παράδειγμα: Το ζήτημα των εξωφρενικών πλεονασμάτων που λειτουργούν ως μηχανισμός διαρκούς αναπαραγωγής της λιτότητας – Την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και πέρα από τα συμφωνηθέντα – Τον παραλογισμό ενός φορολογικού συστήματος που επαναφέρει την φορολόγηση των μερισμάτων στο χαμηλότερο συντελεστή – Την  παράλειψη να μη τίθεται ως κριτήριο υλοποίησης του  συμβιβασμού του 2015 το ζήτημα της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στο πιο κρίσιμο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της συγκρότησης του προοδευτικού πόλου: Θα αποδειχθεί ιστορικό λάθος να επιδιωχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ η πραγματοποίησή της, μέσω ενός «πολιτικού επεκτατισμού», με διευρύνσεις ενός ασπόνδυλου προγραμματικά πολυσυλλεκτισμού. Να μετατραπεί δηλαδή ο ίδιος σε «κόμμα – πόλο», με την ρευστοποίηση της ριζοσπαστικής του ταυτότητας και την «κεντροποίηση» των επιλογών του Πολιτικού του Προγράμματος. Και τότε, όχι μόνο θα υπάρξει ο κίνδυνος «ιταλοποίησης» του πολιτικού συστήματος, αλλά  θα προσυπογράψουμε τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση της Αριστεράς και ταυτόχρονα την ματαίωση της αναγκαίας προοδευτικής συμμαχίας. Και θα είναι κρίμα, ο αναστοχασμός των αριστερών στο μέλλον να τα αποτιμήσει αυτά ως «επαγγελίες αδύνατων εγχειρημάτων».

κοινοποίησε το:

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό